Έντυπη Έκδοση
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 17 Μαΐου 2009
Σιωπηλό δράμα
«Σφαγή», «λουτρό αίματος». Με αυτά τα λόγια περιγράφει ο ΟΗΕ την κατάσταση στη Σρι Λάνκα, όπου εκτυλίσσεται και πάλι ένα βουβό δράμα με χιλιάδες νεκρούς και πολύ περισσότερους τραυματίες και πρόσφυγες.
Βουβό, διότι εκτυλίσσεται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, καθώς η κυβέρνηση έχει απαγορεύσει στον τύπο και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις την πρόσβαση στην εμπόλεμη ζώνη.
Ακόμα πιο βουβό, καθώς η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί αμέτοχη. Οχι μόνο εξαιτίας της αδιαλλαξίας της κυβέρνησης της Σρι Λάνκα, αλλά κυρίως, επειδή πρόκειται για ένα «τοπικό» πρόβλημα, το οποίο δεν θέτει σε κίνδυνο μεγάλα διεθνή γεωστρατηγικά συμφέροντα.
Από τις αρχές του χρόνου, οπότε η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα εξαπέλυσε ολοκληρωτική επίθεση κατά των αυτονομιστών ανταρτών Ταμίλ στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, οι νεκροί άμαχοι ξεπερνούν τους 6.500, και αυξάνονται κατά εκατοντάδες.
Περισσότεροι από 14.000 είναι οι τραυματίες, ενώ οι πρόσφυγες ανέρχονται σε 200.000. Οι αντάρτες, οι οποίοι έχουν υποστεί συντριπτική ήττα, ελέγχουν πλέον μόνο μια πολύ μικρή έκταση πέντε τετραγωνικών χιλιομέτρων, στην οποία βρίσκονται εγκλωβισμένοι 50.000 άμαχοι.
Ο κυβερνητικός στρατός δηλώνει αποφασισμένος να συνεχίσει το σφυροκόπημα έως ότου παραδοθεί και ο τελευταίος αντάρτης. Ακόμα και νοσοκομεία βομβαρδίζονται από τον στρατό, ο οποίος κατηγορείται από τον ΟΗΕ.
Η κατάσταση άρχισε να επιδεινώνεται από το Νοέμβριο του 2005, μετά τη νίκη του εθνικιστή προέδρου Μαχίντα Ραγιαπάκσα, ο οποίος απέκλεισε την παροχή αυτονομίας στα εδάφη των Ταμίλ και ζήτησε αναθεώρηση της ειρηνευτικής διαδικασίας.
Το 2002, κυβέρνηση και αντάρτες συμφώνησαν σε εκεχειρία στη Νορβηγία και έθεσαν τις βάσεις για μια ειρήνευση. Αυτή εγκαταλείφθηκε αρχές του 2008, όταν ο Ραγιαπάκσα αποφάσισε να λύσει το πρόβλημα των Ταμίλ με στρατιωτικά μέσα, κορυφώνοντας την εκστρατεία του το 2009.
Μάταια οι υπουργοί Εξωτερικών της Γαλλίας, Μπερνάρ Κουσνέρ και της Βρετανίας, Ντέιβιντ Μίλιμπαντ, προσπαθούν να κινήσουν την προσοχή του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η Κίνα και η Ρωσία μποϊκοτάρουν κάθε προσπάθεια, κρίνοντας ότι πρόκειται για εσωτερικό πρόβλημα της Σρι Λάνκα!
Ο όρος «εσωτερικό πρόβλημα», πάντως, είναι σχετικός, καθώς η απάντηση πολλών χωρών μπορεί να έχει επιπτώσεις και στις ίδιες.
Τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία, οι οποίες έρχονται αντιμέτωπες με αποσχιστικά κινήματα, δεν θέλουν να δείξουν ότι ενθαρρύνουν οποιαδήποτε παραχώρηση στο αντάρτικο.
Το ίδιο ισχύει και για την Ινδία, η οποία είναι απασχολημένη με τη μακρόσυρτη εκλογική της διαδικασία.
Η Ιαπωνία, ο βασικός εταίρος της Σρι Λάνκα, δεν σκοπεύει να δυσαρεστήσει την κυβέρνησή της. Οσο για το Ιράν και τις αραβικές χώρες, δεν έχουν στόχο να δείξουν συμπόνια απέναντι στους Τίγρεις των Ταμίλ, οι οποίοι έχουν προχωρήσει επανειλημμένα σε σφαγές κατά του μουσουλμανικού πληθυσμού της Ινδίας από τη δεκαετία του '90.
Το δράμα λοιπόν συνεχίζεται και όπως δείχνουν τα πράγματα, θα συνεχιστεί μέχρι τελικής πτώσεως.