Έντυπη Έκδοση

«Η Ελλάδα υπό όρους έχει μέλλον στην ευρωζώνη»

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Πρόεδρος του Ινστιτούτου Οικονομικών Levy του Κολεγίου Bard στη Νέα Υόρκη, καθηγητής Οικονομικών στην έδρα «Jerome Levy».

Οικονομολόγοι και σχολιαστές επιχειρηματολογούσαν για περισσότερο από μία δεκαετία ότι η ευρωζώνη ήταν καταδικασμένη να αποτύχει. Βασιζόντουσαν στην υπόθεση ότι δεν άρεσε στις αγορές το γεγονός ότι τα κράτη-μέλη είχαν εγκαταλείψει τα δικά νομίσματά τους, όταν υιοθέτησαν το ευρώ, παραδίδοντας τη νομισματική πολιτική στο κέντρο. Ενώ το κέντρο ήταν χαρούμενο με την κεντρικοποίηση της νομισματικής πολιτικής υπό τη μεγαλοπρεπή αιγίδα της Bundesbank (με την ΕΚΤ σε ρόλο δεύτερου βιολιού), ταυτόχρονα δεν επιθυμούσε ποτέ τη δομή μιας δημοσιονομικής πολιτικής ικανής να χρηματοδοτεί βασικές δαπάνες.

Η αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, ακόμη κι αν έμοιαζε με αυτή των πολιτειών στις ΗΠΑ, διέφερε με δύο βασικούς τρόπους: Πρώτον, ενώ οι πολιτείες των ΗΠΑ μπορούν και βασίζονται σε διαπεριφερειακά κανάλια αναδιανομής των δαπανών της κοινωνικής πρόνοιας (υγεία, συνταξιοδοτικό, προγράμματα καταπολέμησης της φτώχειας) από την Ουάσιγκτον προς τα νοικοκυριά, ελέγχοντας έναν προϋπολογισμό πάνω από το 20% του ΑΕΠ των ΗΠΑ, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. λαμβάνουν πόρους από τα διαρθρωτικά ταμεία που δεν ήταν ποτέ επαρκής αφού ο συνολικός προϋπολογισμός τους αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 1% του ΑΕΠ της Ευρώπης. Επιπλέον, τα κράτη μέλη της ευρωζώνης είχαν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κρίσεων.

Δεύτερον, τα κριτήρια του Μάαστριχτ ήταν πολύ χαλαρά, επιτρέποντας εξωφρενικά υψηλά ελλείμματα του προϋπολογισμού και αναλογίες δημόσιου χρέους. Οι περισσότεροι από τους επικριτές της Συνθήκης του Μάαστριχτ που προερχόντουσαν από την αριστερά πρόβαλαν πάντα το επιχείρημα ότι τα κριτήρια του Μάαστριχτ ήταν πάρα πολύ σφιχτά, εμποδίζοντας τα κράτη-μέλη να αυξήσουν αρκετά τη συνολική ζήτηση, ώστε να κρατήσουν τις οικονομίες τους σε επίπεδα πλήρους απασχόλησης. Αναμφίβολα, οι κρατικές δαπάνες ήταν ανεπαρκείς σε ολόκληρη την Ευρώπη, όπως αποδεικνύεται από την επίμονη υψηλή ανεργία και αναιμική ανάπτυξη σε πολλές χώρες. Αλλά δεδομένου του γεγονότος ότι αυτές οι χώρες ουσιαστικά δαπανούσαν και δανειζόντουσαν σε ξένο νόμισμα, τα κριτήρια του Μάαστριχτ επέτρεπαν ελλείμματα και επίπεδα χρέους που ήταν ακατάλληλα.

Το σκεπτικό ήταν ότι η πειθαρχία της αγοράς θα επιβάλει όρια στο χρέος και στο έλλειμμα ακόμη χαμηλότερα από αυτά της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Αλλά δίχως μια δημοσιονομική αρχή στο κέντρο, η πρώτη σοβαρή οικονομική ή χρηματοοικονομική κρίση αποκάλυψε την ελαττωματική δομή της ευρωζώνης. Μια οικονομική κρίση θα προκαλούσε αύξηση στα ελλείμματα και τα επίπεδα χρέους των κρατών-μελών και οι αγορές θα αρχίσουν να συνειδητοποιούν ότι αυτά τα κράτη-μέλη είναι δίχως τη στήριξη ενός Ευρωπαϊκού Θησαυροφυλακίου. Και ακριβώς αυτό είναι που έχει συμβεί.

Οι αγορές που το έβαλαν στα πόδια από την Ελλάδα, την Ιρλανδία και τώρα από την Ιταλία χρειαζόντουσαν να πάνε σε άλλες περιοχές του ευρώ χρέους, επειδή υπάρχει ακόμα η επιθυμία να διατηρήσουν χρέος σε νόμισμα του ευρώ, καθώς το ευρώ είναι ένα ισχυρό νόμισμα και ένα μεγάλο μέρος του κόσμου θέλει να αγοράσει τις ευρωπαϊκές εξαγωγές. Ομως, η γερμανία είναι καθαρός εξαγωγέας με σχετικά μικρό έλλειμμα και είναι δύσκολο να αγοράσουν Γερμανικό χρέος. Ενας από τους μεγαλύτερους εκδότες χρέους ήταν η Ιταλία, και επικρατούσε ισχυρή πεποίθηση στις αγορές ότι επειδή το χρέος της Ιταλίας ήταν διογκωμένο, θα είναι «πολύ μεγάλο για να αποτύχει». Αλλά τώρα, με τη συμφωνία για «εθελοντικό» κούρεμα 50% του ελληνικού χρέους, κανένας συνετός επενδυτής δεν μπορεί πλέον να προσποιείται ότι η Ιταλία, η Ισπανία ή ακόμα και η Γαλλία είναι ασφαλές μέρος για στοίχημα, και κανένας βαθμός εμπιστοσύνης στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν μπορεί πλέον να κρύψει τις ατέλειές της.

Από τη στιγμή που η αδυναμία της ευρωζώνης έχει γίνει κατανοητή, δεν είναι δύσκολο να δούμε τις λύσεις που θα διασφαλίσουν το μέλλον της. Αυτές περιλαμβάνουν: Πρώτον, ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διάσωσης από την ΕΚΤ, η οποία θα μετατραπεί σε απεριόριστο δανειστή εσχάτης ανάγκης με έναν ανάλογο τρόπο ενεργειών που ελήφθησαν από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, αγοράζοντας ουσιαστικά το σύνολο του χρέους των κρατών-μελών σε τιμή που θα εξασφαλίζει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους κάτω από το 3%. Και, δεύτερον, τη δημιουργία μιας μόνιμης δημοσιονομικής ρύθμισης που θα αναπαράγει τη σχέση του Θησαυροφυλακίου των ΗΠΑ με τις πολιτείες των ΗΠΑ, αλλά με δημοσιονομικές μεταβιβάσεις μεγέθους κατάλληλου για τις ανάγκες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που θα διανέμονται κάθε χρόνο σε κατά κεφαλήν βάση προς τα κράτη-μέλη για να χρηματοδοτούν ένα μεγάλο μέρος των δημοσιονομικών τους προσπαθειών. Με αυτές τις μεταρρυθμίσεις υλοποιημένες, η Ελλάδα θα έχει μια θέση στην ευρωζώνη.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Φάκελος
Για το ίδιο θέμα
Εχει ζωή η ευρωζώνη;