Έντυπη Έκδοση

Ευεργέτημα ή παγίδα;

GIULIANO ΑΜΑΤΟ Καθηγητής Συνταγματικού και Συγκριτικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης, ενώ στο παρελθόν έχει διατελέσει πρωθυπουργός της Ιταλίας.

Ας πούμε την αλήθεια. Σε αυτήν την Ευρώπη στην οποία καθένας μας τείνει να αισθάνεται τη συνύπαρξη με τον άλλον ως πηγή ενοχλήσεων και δυσάρεστων δεσμών, κυρίως στην ευρωζώνη, έχουμε αρχίσει να κοιτάμε έξω τις άλλες ελεύθερες χώρες να κάνουν ό,τι θεωρούν σωστό για τις οικονομίες τους και τα νομίσματά τους και νιώθουμε γι' αυτές έναν ανομολόγητο φθόνο.

Τα υπερχρεωμένα κράτη, υπό το βάρος των επαχθών όρων που υποχρεώνονται να υποστούν και αποδιωγμένα από την αγορά, αμέσως μόλις η γερμανίδα καγκελάριος ή ο γάλλος πρόεδρος στραβομουτσούνιασαν απέναντί τους, παρατηρούν ότι η Αγγλία και η Ιαπωνία, με χρέη εξίσου μεγάλα, απολαμβάνουν αρκετά καλύτερη μεταχείριση από την αγορά. Αλλά και στις ισχυρές χώρες, όπως η Γερμανία, μεγαλώνει η δυσαρέσκεια, επειδή οι πολίτες τους θεωρούν ότι δαπανώνται ποσά για τη διάσωση άλλων. Καταλήγουμε έτσι να αισθανόμαστε όλοι μαζί ωσάν το ευρώ, αντί να είναι ένα μεγάλο και κοινό ευεργέτημα, να είναι μια παγίδα στην οποία έχουμε πιαστεί. Και καθώς είμαστε υποχρεωμένοι να είμαστε μαζί στην παγίδα, μοιάζει να θεωρούμε ότι το καλύτερο πράγμα για μας είναι το να αγνοούμε τους καλούς λόγους της συμβίωσής μας και να καβγαδίζουμε ο ένας με τον άλλον.

Ο Τίμοθι Γκάρτον Ας έγραψε ότι η Ευρώπη είναι σήμερα θέμα ζωηρών συζητήσεων όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Αλλά από αυτές τις συζητήσεις προκύπτει μια «κακοφωνία των εθνικών μας δημοκρατιών», όπου στο «οφείλετε να κάνετε αυτό» της Γερμανίας, απαντάει το «δεν μπορούμε» της Ελλάδας και στο «είναι θεμελιώδες» του Σαρκοζί απαντάει το «είναι αδύνατο» της Μέρκελ. Είναι ένα κλίμα κάκιστο, στο οποίο όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι, για να σώσουμε το ευρώ, θα χρειαζόμασταν περισσότερη συνεργασία μεταξύ μας και περισσότερη ολοκλήρωση. Αλλά καθώς είμαστε όλοι δυσαρεστημένοι και ενοχλημένοι ο ένας από τον άλλον, ενισχύεται αντίθετα ένα σύνδρομο εχθρότητας που μπορεί να καταστήσει αδύνατα τα αναγκαία βήματα προς αυτές τις κατευθύνσεις. Με δυο λόγια, βρισκόμαστε ούτε λίγο ούτε πολύ στην κατάσταση των συζύγων που έχουν αρχίσει να λησμονούν το γιατί παντρεύτηκαν και βλέπουν μόνον τις αρνητικές πλευρές της συμβίωσής τους. Αν τίποτα δεν αλλάξει, θα οδηγηθούν πολύ γρήγορα στο διαζύγιο. Κι ωστόσο, αν βρισκόμαστε σε αυτήν την κατάσταση δεν είναι για τυχαίους λόγους, αλλά επειδή η πιο καταστροφική οικονομική κρίση της ιστορίας μας βρήκε σε μια φάση μετάβασης, στην οποία είχαμε μεν το ενιαίο νόμισμα αλλά, με μεγάλη βραδύτητα και με εξίσου μεγάλες αντιστάσεις, μόλις αρχίζαμε να προετοιμάζουμε τις κοινές πολιτικές και τα εργαλεία για να το κάνουμε να λειτουργεί καλύτερα και επομένως για να επωφελούμαστε όλοι από αυτό με τον πιο ικανοποιητικό τρόπο.

Ηδη τα προηγούμενα χρόνια, μετά τις πρώτες καταστρατηγήσεις των παραμέτρων του Μάαστριχτ, είχαμε αντιληφθεί ότι έπρεπε να προχωρήσουμε πέρα από τις υπάρχουσες διαδικασίες συντονισμού. Η κρίση μάς υποχρέωσε να το κάνουμε. Υποχρεωθήκαμε έτσι να προσδιορίσουμε κοινούς δείκτες στους εθνικούς προϋπολογισμούς, να επινοήσουμε το ταμείο διάσωσης των κρατών και έναν παρεμβατισμό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην αγορά κρατικών ομολόγων, που πριν από τρία μόνον χρόνια θα ήταν αδιανόητος. Αλλά αυτή ακριβώς η φάση ήταν εκείνη στην οποία είδαμε να μεγαλώνει η αμοιβαία μας δυσαρέσκεια. Και όχι τυχαία, επειδή ήταν τα νέα στοιχεία που αυτή η φάση εισήγαγε εκείνα που οδήγησαν και σε χρηματικές πληρωμές των μεν προς όφελος των άλλων, συνοδευόμενες από πλήγματα αυστηρής λιτότητας που θέλησαν οι μεν σε βάρος των άλλων. Ας το παραδεχθούμε, δεν είναι εύκολο να αγαπιόμαστε σε μια τέτοια κατάσταση. Γι' αυτό και είναι θεμελιώδες να συνεχίσουμε να αγαπάμε το ευρωπαϊκό σχέδιο, στο οποίο όλοι συμμετέχουμε, και να συνεχίσουμε επιπλέον να κατανοούμε τη σταθερή ωφέλεια, για όλους και για τον καθένα μας, αυτού του ενιαίου νομίσματος που σήμερα φαίνεται να μας ζητάει τόσες θυσίες. Είναι αλήθεια ότι αυτή τη στιγμή μας φαίνονται όχι μόνον πιο ελεύθερες αλλά και πιο ικανές να αντιμετωπίζουν την αγορά χώρες όπως η Αγγλία και η Ιαπωνία, που μπορούν να χειρίζονται τη δική τους νομισματική πολιτική σε συνάρτηση με τις δικές τους αποκλειστικές ανάγκες και, στη χειρότερη περίπτωση, να υποτιμούν τα νομίσματά τους και έτσι να μπορούν να ανακάμπτουν. Γνωρίζουμε όμως πολύ καλά ότι αυτά τα όπλα όχι μόνον δεν μας προστατεύουν καθόλου απέναντι στους χειρότερους κινδύνους, αλλά και μπορούν έπειτα να στραφούν εναντίον εκείνου που τα χρησιμοποιεί, αποκλείοντας την πρόσβαση στη χρηματοπιστωτική αγορά και οδηγώντας τελικά σε πλήγματα ακόμα χειρότερα από εκείνα που επιβλήθηκαν πρώτα στην Ελλάδα και τώρα σε μεγάλο βαθμό και στην ίδια την Ιταλία.

Είναι καλύτερο επομένως να καταστήσουμε λιγότερο δύσκολη τη συμβίωσή μας, γνωρίζοντας εξάλλου ότι δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Ετσι, όταν ζητούν για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το ρόλο του τελευταίου εγγυητή των δημόσιων χρεών μας, έτσι όπως συμβαίνει -λένε- και με τις άλλες κεντρικές τράπεζες, ζητούν στην πραγματικότητα κάτι περισσότερο και κάτι διαφορετικό. Οι άλλες είναι κεντρικές τράπεζες κρατών, που εγγυώνται το δημόσιο χρέος των ίδιων των κρατών και επομένως εγγυώνται ένα χρέος που βαραίνει πάνω σε όλους τους φορολογούμενους των κρατών αυτών. Απέναντι στη δική μας κεντρική τράπεζα και το νόμισμα που αυτή διαχειρίζεται δεν υπάρχει ένα κράτος, αλλά υπάρχουν, προς το παρόν, δεκαεπτά κράτη. Υπάρχουν επομένως δεκαεπτά δημόσια χρέη, με αποτέλεσμα κάθε εγγύηση που δίνεται από ένα κοινό θεσμό να βιώνεται διαφορετικά από τους φορολογούμενους των διάφορων κρατών. Γι' αυτό, στον γερμανό φορολογούμενο δεν ζητούν αφοσίωση προς τη δική του πατρίδα, αλλά ζητούν αλληλεγγύη προς τους άλλους, έστω στο όνομα ενός κοινού συμφέροντος. Μας θυμίζουν ότι κάτι παρόμοιο συνέβη στα πρώτα χρόνια ζωής των Ηνωμένων Πολιτειών, όταν ζητήθηκε από την Ομοσπονδία να αναλάβει το χρέος των πιο αδύναμων κρατών-μελών. Η Βιρτζίνια αντιτάχθηκε αλλά τελικά και αυτή το αποδέχθηκε. Αυτό είναι αληθινό και είναι χρήσιμο να το υπενθυμίζουμε στους Γερμανούς. Αλλά είναι επίσης αληθινό ότι σε εκείνη την περίπτωση τα κράτη-μέλη ήταν ήδη ενωμένα σε ένα ομοσπονδιακό κράτος. Εμείς δεν είμαστε. Επομένως; Επομένως ο κόσμος είναι μια θάλασσα σε καταιγίδα, υψώνονται πελώρια κύματα και κινδυνεύουμε καθημερινά να προσκρούσουμε σε σκοπέλους που δεν γνωρίζουμε.

Δεν υπάρχουν μόνον το χρέος και τα spread, υπάρχει και ένας δρόμος ανάπτυξης που πρέπει να τον βρούμε σε μια αγορά στην οποία αναπτύσσονται και παράγουν ήδη τόσο πολλοί. Υπάρχει ένας πλανήτης του οποίου η βιωσιμότητα γίνεται όλο και πιο επισφαλής και υπάρχει και μια διεθνής συνεργασία, στην οποία για όλα αυτά αποφασίζουν όλο και πιο ισχυροί συνομιλητές. Ισχύει επομένως για όλους, και για την ίδια τη Γερμανία, ότι δεν συμφέρει να ρίχνει καθένας τη βάρκα του μέσα σε μια τέτοια θάλασσα. Μπορεί να αισθανθεί προσωρινά πιο ελεύθερος, αλλά λίγο μετά μπορεί να τον καταπιούν τα κύματα. Σίγουρα δεν μπορούμε να κάνουμε με μια κίνηση την Ευρώπη τέλεια. Θα μπορούσαμε όμως τουλάχιστον να την κάνουμε πιο συμπαθητική. Αν οι αναπόφευκτα ταραγμένες μεταβάσεις προς την οικονομική ολοκλήρωση συνοδεύονταν από ευρωπαϊκές δράσεις φανερά ικανές να προωθήσουν την ανάπτυξη όλων, σίγουρα το κλίμα που υπάρχει μεταξύ μας θα άλλαζε. Και θα μπορούσαμε να δούμε ένα σκοπό στις θυσίες και στην αλληλεγγύη που η συμβίωσή μας απαιτεί.

*Την επιμέλεια των άρθρων των G. ΑΜΑΤΟ, J.-Ρ. FITOUSSI και Μ. DE CECCCO έκανε ο Θανάσης Γιαλκέτσης.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Πολιτική
Στη στήλη
Φάκελος
Για το ίδιο θέμα
Εχει ζωή η ευρωζώνη;