Έντυπη Έκδοση
Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009
Συνωστισμός για τον τεμαχισμό του Κανιάρη
Αισθάνθηκα άσχημα για τον εαυτό μου. Στριμωγμένη με δεκάδες άλλους φιλότεχνους διεκδικούσα τι; Ενα από τα 224 κομμάτια του «τοίχου» του Βλάση Κανιάρη. Κι όσο πλησίαζα στην «πηγή» τόσο πιο αμαρτωλή αισθανόμουν.
Ακόμη και ο ήχος του τεμαχισμού του έργου από το κοπίδι προκαλούσε έντονα συναισθήματα
«Θα λάβουμε τον άρτον», ψιθύρισε η Νινέτα Κοντράρου-Ρασσιά. Προσπάθησα να το δω σαν εξιλέωση. Ομως βέβηλη και πάλι παρέμεινα. Καρπώνομαι τι; Ενα κομμάτι σύγχρονης τέχνης; Ενα κομμάτι ιστορίας; Μήπως μία από τις σάρκες του καλλιτέχνη;
Ναι, η διαδικασία περιείχε κάτι το ανθρωποφαγικό. Αλλά, από την άλλη, ο καλλιτέχνης στεκόταν εκεί χαρούμενος και μας παρατηρούσε. Τελικά ήταν ένα εξαιρετικό μάθημα που συμπύκνωνε με τον απλούστερο τρόπο τα σπουδαιότερα ερωτήματα που απασχόλησαν, απασχολούν και θα απασχολούν τη σύγχρονη τέχνη. Τι είναι έργο τέχνης; Πώς διακινείται; Πώς το προσλαμβάνει το κοινό; Τι σημαίνει συμμετοχή; Πώς βλέπουμε το έργο τέχνης; Τι καθορίζει την αξία του;
Ευφυώς στημένο -δηλαδή, με την πίσω όψη του- το έργο σε έβαζε αμέσως στο παιχνίδι. Ο τεράστιος τοίχος (κολάζ, νερομπογιές σε ντουμπλαρισμένο και τελαρωμένο χαρτί), έργο του 1983 ως taubleau vivant για την εγκατάσταση «Αλίμονο Ελλάδα, Helas-Hellas», που παρουσιάστηκε στο μουσείο στο Οστβαλ του Ντόρτμουντ, σε υποδεχόταν στον ισόγειο χώρο της γκαλερί Breeder. Μήκους 10 μέτρων και ύψους 2,5, κυριαρχούσε. Γνωρίζαμε όλοι ότι το έργο ολόκληρο δεν πρόκειται να το δούμε. Κι αυτό οπωσδήποτε αύξανε την περιέργειά μας.
Ο Βλάσης Κανιάρης με ένα από τα έργα που μοιράστηκαν στους παρευρισκομένους
Το πίσω μέρος είχε ήδη «μοιραστεί» σε 224 κομμάτια 30x30 εκατοστά το καθένα με έναν μπλε μαρκαδόρο. Μια σφραγίδα με το όνομα του καλλιτέχνη, τον τίτλο της δράσης («Αντίδωρο») και το νούμερο του κάθε κομματιού, ξεχώριζε το ένα από το άλλο. Δύο κοπέλες, μία σε κάθε άκρη του έργου, σημείωναν τα ονόματα των τυχερών. Εμένα μού έπεσε το νούμερο 55. Της Νινέτας το 23. Ακριβώς πάνω από το δικό μου.
Καθισμένος σε ένα μικρό γραφείο ο Βλάσης Κανιάρης μιλούσε χαλαρός με φίλους, συναδέλφους και αγνώστους. Στην γκαλερί έγινε το αδιαχώρητο, μέσα και έξω στον πεζόδρομο της Ιάσονος στο Μεταξουργείο. Ανθρωποι όλων των ηλικιών, καλλιτέχνες οι περισσότεροι, συμμετείχαν στην ιεροτελεστία του.
Λίγο μετά τις 8 μ.μ. ο ίδιος ο καλλιτέχνης σηκώθηκε και έκοψε με το κοπίδι τα πρώτα κομμάτια. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβαν οι κοπέλες. Εκοβαν και φώναζαν το όνομα του κατόχου. Κάποια στιγμή διακόσια τόσα άτομα είχαν το έργο στα χέρια τους. Τα θαύμαζαν, τα συνέκριναν με το διπλανό τους σε μια προσπάθεια να συμπληρώσουν το παζλ.
««Αυτά μπορούμε να τα πάρουμε;», ρωτάει μια κυρία. «Ναι», της γνέφουν και αρχίζει να ξηλώνει το περιθώριο. Τις στενόμακρες λουρίδες του έργου που είχαν περισσέψει. «Θα μου το υπογράψετε;», προτείνει μια άλλη γυναίκα στον καλλιτέχνη. «Οχι», της απαντά ευγενικά. «Ζητήστε μια σφραγίδα», την παρηγορεί... «Αν ζητήσουμε τώρα ένα πριόνι και κόψουμε μια επιμελήτρια τέχνης, να είσαι σίγουρη ότι θα την πάρουν όλη», χαριτολογεί ο εικαστικός Αγγελος Σκούρτης. «Δεν είναι καταπληκτικό;» Ναι. Οι μισοί ήρθαν για να δουν τέχνη και οι άλλοι μισοί για να την πάρουν. Είναι, άραγε, παρηγορητικό; Δεν ξέρω. Πάντως η συζήτηση που προκλήθηκε είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον. Το ίδιο και οι συμπεριφορές που εκδηλώθηκαν.
Στο μετρό του γυρισμού αρκετοί κρατούσαν τις διαφανείς σακούλες με τα έργα. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν με νόημα και μια κάποια αυταρέσκεια. «Θα άξιζε να μαζευτούμε όλοι και να βάλουμε τα κομμάτια στη θέση τους αποκαλύπτοντας το έργο», σχολίασε κάποιος. Μπα, δεν θα μου άρεσε καθόλου. Μόνο τα μάτια μας δεν αφορούσε αυτό που ζήσαμε. *

