Ηλεκτρονική Έκδοση

Η τελευταία συνέντευξη του Νίκου Μαμαγκάκη στην Ελευθεροτυπία

«Η ζωή δεν είναι μόνο καθωσπρεπισμός»

Πέθανε τα ξημερώματα της Τετάρτης σε ηλικία 84 ετών

«Η ζωή δεν είναι μόνο καθωσπρεπισμός. Είναι απ' όλα, είναι και χυδαιότητα. Φτάνει να είναι στη σωστή δόση. Αυτό είναι νομίζω το ζητούμενο της ζωής. Αν δεν το παραδεχτείς, είσαι καταδικασμένος», έλεγε ο Νίκος Μαμαγκάκης στην τελευταία του συνέντευξη στο ένθετο Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τον Ιανουάριο του 2011.

Φωτογραφία της Μαριλένας Σταφυλίδου. Πηγή: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 22/1/2011 Φωτογραφία της Μαριλένας Σταφυλίδου. Πηγή: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας 22/1/2011

Ο Νίκος Μαμαγκάκης, που πέθανε τα ξημερώματα της Τετάρτης 24 Ιουλίου, σε ηλικία 84 ετών, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες, και είχε προσπαθήσει να μελοποιήσει ορισμένα από τα πιο σημαντικά κείμενα της Ελληνικής γραμματείας, όπως ο Ερωτόκριτος.
 
Ακολουθεί ολόκληρη η συνέντευξή του στον Χρήστο Παρίδη, που δημοσιεύτηκε στις 22 Ιανουαρίου 2011, με τίτλο "Ζώντας ανάμεσα στον ελληνικό λόγο, τον νέο και τον αρχαίο":
 
Συνθέτης τεράστιας εμβέλειας και πολυποίκιλης εργογραφίας, έγινε ευρέως γνωστός και αγαπητός χάρη σε τραγούδια από ταινίες της «Φίνος Φιλμ», αλλά και χάρη σε μεγάλα σουξέ της Μπέλλου, της Βάνου και της Αστεριάδη. Εχοντας δε γράψει τη μουσική για τις αξεπέραστες ταινίες του Τάκη Κανελλόπουλου, αργότερα έκανε και τις μεγάλες επιτυχίες του Νίκου Περάκη. Ο ίδιος είναι υπερήφανος για τη γερμανική τηλεοπτική σειρά Heimat του Εντγκαρ Ράιτς. Σήμερα, επεξεργάζεται εκ νέου όλο του το έργο, τη δουλειά αυτής της μεγάλης μουσικής του πορείας, συχνά βασισμένη στην ελληνική λογοτεχνία, που υπήρξε η πηγή από την οποία άντλησε σημαντικό μέρος του υλικού του: Ομηρος, Σαπφώ, Σολωμός, Κάλβος, Μακρυγιάννης, Καβάφης, Βάρναλης, Καρυωτάκης, Πολυδούρη, Σεφέρης, Ρίτσος, Πρεβελάκης, Ιωάννου, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος, Καζαντζάκης, Ελύτης, ενώ με αφορμή τα 160 χρόνια από τη γέννηση του Παπαδιαμάντη μόλις ολοκλήρωσε την πρώτη του μουσική επάνω στον ανυπέρβλητο πεζογράφο μας. Και ως γνήσιος Κρητικός, τα έργα-ορόσημο Ερωφίλη και Ερωτόκριτος. Το τελευταίο σε πλείστες εκδοχές. Εργο ζωής, που συμπληρώνει την αγωνία του να αποδώσει ιδανικά την ποίηση σε μορφή λαϊκών τραγουδιών. Οπως έκαναν κάποτε οι ρεμπέτες, με τους οποίους συνδέθηκε στα πρώτα του βήματα κι εξακολουθεί να θαυμάζει απεριόριστα.
 
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ: Πώς αποτιμάτε αυτήν τη μεγάλη σας πορεία στη μουσική;
 
ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ: Το να γεννηθείς στην Ελλάδα και να προσπαθήσεις να κάνεις καριέρα -γιατί καριέρα είναι, είτε το θέλουμε είτε όχι- ως συνθέτης, ο βιοπορισμός μας και η ζωή μας είναι μεγάλη φενάκη. Ενα μεγάλο τόλμημα, γιατί είμαστε μια μικρή χώρα που δεν μπορεί να θρέψει έναν δημιουργό που θέλει να σεβαστεί τα πράγματα και να κάνει μόνον αυτό που του είναι από τον Θεό δοσμένο. Να χρειάζεται, αντί να είσαι μουσικός αποκλειστικά, να αντιπαρέρχεσαι άλλα δέκα επαγγέλματα για να ζήσεις. Κάτι που σε κάνει ακόμα πιο συμβατό με το περιβάλλον. Ο φίλος μου ο Μάνος Χατζιδάκις αντιπαρήλθε μύρια όσα για να κερδίσει λεφτά...
 
Χ.Π.: Εννοείτε τα τραγούδια που τον έκαναν διάσημο και ακόμα ακούμε ;
 
Ν.Μ.: Εννοώ χυδαίες ταινίες, οι οποίες δεν βλέπονται. Ο Χατζιδάκις έκανε πολλά που δεν ήταν στο ύψος του. Το ύψος ενός εστέτ, ο οποίος ήταν ο Μάνος. Ενας αθεράπευτα τελειομανής!
 
Χ.Π.: Και αθεράπευτα μπον βιβέρ επίσης. Κάπως έπρεπε να πληρώσει τον λογαριασμό...
 
Ν.Μ.: Ναι, ήταν ένας μανιακός της σπατάλης, είχε μια χαλαρή σχέση με τα λεφτά. Βγαίναμε δέκα άνθρωποι και εννοούσε να πληρώσει για όλους. Αλλά αυτός ήταν και αν τον ξεχώριζες από αυτά, θα ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Αλλά για να γυρίσουμε σ' αυτά που λέγαμε, για το αν θέλεις να είσαι συνθέτης στον τόπο αυτό, εγώ γύρισα από την Ευρώπη από δική μου επιλογή. Είπα, δεν θέλω λεφτά, εδώ μ' αρέσει να ζω, και τυραννίστηκα πολύ και τυραννιέμαι ακόμα. Υστερα από τόσα χρόνια προσπαθώ να βγάλω όλο μου το έργο με δικά μου έξοδα, κάτι που ελπίζω μέχρι το τέλος αυτού του χρόνου να το έχω ολοκληρώσει. 
 
Χ.Π.: Επανακυκλοφορείτε ολόκληρο το έργο σας;
 
Ν.Μ.: Ασχολούμαι με την αναβίωσή του τα τελευταία οκτώ χρόνια. Καινούριες ενορχηστρώσεις και ηχογραφήσεις, ενώ παράλληλα κάθησα και έγραψα άλλα 50 καινούργια. Κολοσσιαίο έργο! Ολα μόνος μου. Εγινα ηχολήπτης για να τα ηχογραφήσω ο ίδιος, έμαθα σκληρά προγράμματα, γιατί έπρεπε να λάβω υπ' όψιν μου την τεχνολογία, επεξεργάστηκα το photo shop και έκανα μόνος τα εξώφυλλα. 
 
Χ.Π.: Ηθελα να σας πω ότι από παιδί με στοιχειώνουν οι μουσικές της Εκδρομής και της Παρένθεσης του Τάκη Κανελλόπουλου...
 
Ν.Μ.: Ο Κανελλόπουλος ήταν ιδιάζουσα περίπτωση, φανατικά ιδιάζουσα. Αψηφούσε κανόνες και όρους κινηματογραφικούς. Του έδωσα, κατ' αρχάς, τη μουσική της Εκδρομής, την οποία κατασπατάλησε. Δεν υπήρχαν λεφτά για ορχήστρα κι έβαλα μια κιθάρα να παίζει. Ε, αυτή η κιθάρα έπαιξε τον ρόλο της! Ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα. Είχα διαφωνήσει μαζί του, αλλά όταν είδα το έργο στο τέλος, έπαψα να έχω οποιεσδήποτε επιφυλάξεις. 
 
Χ.Π.: Με την Εκδρομή σάς βράβευσαν πάντως.
 
Ν.Μ.: Δεν συνεπάγεται τίποτα. Εχεις μια βασική συνισταμένη να βάλεις τα πράγματα στη θέση τους. Οι θέσεις για μένα ήταν λάθος. Ομως υπάρχουν λάθη που λειτουργούν. Υπάρχουν πράγματα που απεχθάνομαι, που λέω «αδύνατον» και μετά στο τέλος διαψεύδομαι.
 
Χ.Π.: Ισως χάρη στο ιδιαίτερο ταλέντο του σκηνοθέτη. Τον εκτιμούσατε τον Κανελλόπουλο;
 
Ν.Μ.: Η αξία και το ταλέντο του Κανελλόπουλου ήταν ακριβώς αυτή η μονομανία του, το «δαιμόνιο». Οπως όταν λέμε ότι ο Σωκράτης είχε «δαιμόνιο» και εννοούμε το θέμα της δημιουργίας, αυτό που σε κάνει να δημιουργείς πράγματα που ένας πρακτικοποιημένος άνθρωπος δεν διανοείται ότι θα κάνει. 
 
Χ.Π.: Για τον Νίκο Κούνδουρο, με τον οποίο συνεργαστήκατε στο Μπορντέλο, τι έχετε να πείτε;
 
Ν.Μ.: Ο Κούνδουρος δεν έχει καμία σχέση ή μάλλον έχει μια δική του σχέση με τη μουσική. Είναι πολύ συγκεντρωτικός, αλλά είχα βρει έναν τρόπο να τον πείθω ότι αυτό που ήθελα ήταν και ακριβώς το ίδιο μ' αυτό που ήθελε κι εκείνος... 
 
Χ.Π.: Για ποιες από τις ταινίες σας είστε πραγματικά υπερήφανος;
 
Ν.Μ.: Τις ταινίες της Γερμανίας. Το περίφημο Heimat, που είναι το μεγαλύτερο φιλμ για την ανθρώπινη φυλή. Μου έδωσαν απόλυτη ελευθερία να κάνω ό,τι θέλω. Ηταν για την τηλεόραση, σε τρία μέρη. Εγώ έκανα τα δυόμισι. Το τελευταίο έμεινε κολοβό. Πενήντα έξι ώρες, μια παγκόσμια επιτυχία. Το πρώτο μέρος, που είναι και το καλύτερο, διάρκειας δεκαέξι ωρών, παιζόταν σε μεγάλους κινηματογράφους σε διάφορες μεγάλες πόλεις ανά τον κόσμο, σε συνέχειες. 
 
Χ.Π.: Ποια ήταν η σχέση σας με το θέατρο;
 
Ν.Μ.: Οχι πολύ καλή. Δεν ήμουν ποτέ καλός θεατρικός μουσικός. Αντιλήφθηκα σύντομα ότι οι σκηνοθέτες κατ' αρχήν δεν έχουν ιδέα από μουσική. Ζητάνε πράγματα γελοία, χωρίς να σε αφήνουν να κάνεις κι αυτό που θέλεις. Κάθεσαι και ιδροκοπάς για κάτι που δεν είναι συμβατό με σένα. Ετσι προτίμησα να κάνω δικό μου θέατρο κι έγραψα τις έξι όπερές μου, όπου έδωσα όλη μου τη ζωτικότητα. 
 
Χ.Π. Μα περάσατε από το ζεύγος Παξινού-Μινωτή...
 
Ν.Μ.: Ναι, με τη Θυσία του Αβραάμ. Εγραψα ένα περίφημο μοιρολόι. Ημουν νέος ακόμα τότε. 
 
Χ.Π.: Καμία παράσταση δεν σας ικανοποίησε;
 
Ν.Μ.: Ο Κύκλος με την κιμωλία του Μπρεχτ αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση, στο Ηρώδειο, με φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οχι διασκευή της μουσικής του Πάουλ Ντεσάου, αλλά δική μου, γραμμένη με μεγάλη και διεξοδική εμβρίθεια. 
 
Χ.Π.: Στα πρώτα σας βήματα συνδεθήκατε με ρεμπέτες...
 
Ν.Μ.: Ναι, ήταν αμέσως μετά την Κατοχή, το '48-'49. Είχα έρθει από την Κρήτη, σπούδαζα στο ωδείο και για χαρτζιλίκι έγραφα τις μελωδίες τους για να τις καταθέσουν στη λογοκρισία. Δίπλα τους έμαθα πολλά.
 
Χ.Π.: Με ποιους συνεργαστήκατε; 
 
Ν.Μ.: Με όλους, και αγαπηθήκαμε πολύ. Ηταν ένα μπουκέτο ανθρώπων που ήταν άγιοι! Αρχάγγελοι της μουσικής αυτού του είδους που καλλιέργησαν, γι' αυτό επιβιώνουν ακόμα και σήμερα τα τραγούδια τους και μας συγκινούν. Εγώ όταν ακούω ένα τους τραγούδι, παλαβώνω.
 
Χ.Π.: Μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε «εθνική κληρονομιά»;
 
Ν.Μ.: Σαφώς. Οχι μόνον κληρονομιά, έσωσαν τον Ελληνισμό δύο φορές. Μια το '22 με την προσφυγιά και μια δεύτερη στον Εμφύλιο. Τρομακτικό πράγμα. 
 
Χ.Π.: Εννοείτε ότι εξύψωσαν ψυχικά έναν λαό;
 
Ν.Μ.: Εγιαναν ανθρώπινες πληγές. Η ατμόσφαιρα εκείνο τον καιρό ήταν διάχυτη από τις επιτυχίες των ρεμπέτικων. Ακούγονταν από τα πικ-απ σε όλα τα καφενεία και τα μαγαζιά. Επειδή ο αδελφός μου ήταν στη Μακρόνησο η Ασφάλεια δεν μ' άφηνε σε χλωρό κλαρί. Με είχαν από πίσω όπου πήγαινα, και μια μέρα που τους ξέφυγα με κυνήγησαν και όταν μ' έπιασαν, είδα στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων την απόφαση για την εκτέλεση του Μπελογιάννη. Ηταν τόσο διάχυτη η ατμόσφαιρα από τα ρεμπέτικα, που το Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι λες και ήταν ειδικά καμωμένο για τη μουσική υπόκρουση των σκληρών γεγονότων. 
 
Χ.Π.: Συνδεθήκατε και με τον Βαμβακάρη και τον Τσιτσάνη;
 
Ν.Μ.: Υπήρξαν φίλοι μου και οι δύο. Ο Βαμβακάρης με γνώρισε στον Χατζιδάκι. Δούλεψα και με τον Χιώτη. Ιδιοφυής μουσικός και καθ' όλα κύριος. Τυραννισμένο παιδί, του σκότωσαν τον πατέρα μπροστά στα μάτια του. Επειδή ήξερα μουσική, όλοι προσπαθούσαν να με απορροφήσουν στον χώρο τους. 
 
Χ.Π.: Με την Μπέλλου πώς συνδεθήκατε;
 
Ν.Μ.: Της έκανα τις ενορχηστρώσεις για τέσσερις δίσκους της. Και ένα τραγούδι που έγινε επιτυχία, Κτυπάει η καμπάνα. Αυτή έλεγε ότι της έγραψα δύο, αλλά δεν το θυμάμαι...
 
Χ.Π.: Πώς είναι δυνατόν να μη θυμάστε;
 
Ν.Μ.: Πριν από πέντε χρόνια με επισκέφτηκε ένας παλιός ρεμπέτης, ο Κώστας Καπλάνης, αυτός που έγραψε το Μινόρε της Αυγής. Ελειπε χρόνια στην Αμερική και ήρθε να με δει με τον ρεμπετολόγο Τσεκούρα, ο οποίος οργάνωνε το αρχείο του και βρήκε τραγούδια με το όνομά μου, που τα είχα πληρωθεί τότε 25 δραχμές. Δεν το θυμόμουν!
 
Χ.Π.: Είπατε ότι έγραψε το Μινόρε της αυγής ο Καπλάνης;
 
Ν.Μ.: Ναι, δεν ήθελε να του το βγάλει η εταιρεία που το είχε πάει και ο στιχουργός τους, αφού το διόρθωσε, ανέλαβε ο Περιστέρης την ενορχήστρωση, κι εν τέλει καταχωρίστηκε σ' αυτούς. 
 
Χ.Π.: Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που οι πραγματικοί δημιουργοί είναι άλλοι από αυτούς που ξέρουμε;
 
Ν.Μ.: Λένε για σπουδαίο στιχουργό, που σήκωσε ολόκληρη την τσάντα της Ευτυχίας Παπαγιανοπούλου.
 
Χ.Π.: Βρεθήκατε στη Γερμανία ακριβώς μετά τον πόλεμο. Πώς νιώθατε ως Κρητικός, που το νησί σας υπέστη τα πάνδεινα;
 
Ν.Μ.: Ημουν τόσο φανατισμένος να μάθω που δεν με ενδιέφερε τίποτε άλλο. Πήραμε υποτροφία τρεις: ο Θεοδωράκης, ο Κουνάδης κι εγώ. Εκείνη την εποχή στην Ελλάδα δεν υπήρχαν καν συγγράμματα για τη μουσική. Εκτός από ένα για την αρμονία, γραμμένο από τον Μανόλη Καλομοίρη και τον Φιλοποίμενα Οικονομίδη. Πήγαινα στη βιβλιοθήκη της Ανωτάτης Μουσικής Ακαδημίας του Μονάχου όπου φοιτούσα και έπαιρνα βιβλία και τα έβαζα κάτω και τα ρουφούσα.
 
Χ.Π.: Τεράστια εμπειρία σε σχέση με την Ελλάδα που αφήσατε πίσω.
 
Ν.Μ.: Παρακολουθούσα τα πάντα. Κατ' αρχάς σπούδασα δίπλα στον Καρλ Ορφ, έναν από τους σπουδαιότερους μουσικούς και θεατράνθρωπους του αιώνα. Ο,τι ήταν η πορεία μου εκεί, ήταν εκείνος ο άνθρωπος. Την πίκρα για τη συμπεριφορά τους στην Κρήτη στην Κατοχή την είχα πάντα, αλλά η Γερμανία παράλληλα υπήρξε η τροφός μου. 
 
Χ.Π.: Εχετε μια ιδιαίτερη σχέση με τη λογοτεχνία, και ιδιαίτερα με την ποίηση.
 
Ν.Μ.: Από παιδί ακόμα, στις πρώτες μου απόπειρες να γράψω τραγούδια, έβρισκα από ένα χριστιανικό περιοδικό, που διάβαζε η μητέρα μου, ποιήματα της Χαράς Κρίσπου. Αυτή η καημένη ήταν ερωτιάρα κι έγραψε ένα ποίημα προς τον Χριστό, το οποίο ήταν εντελώς ερωτικό, και το μελοποίησα. Δεν ήμουν πάνω από δεκατεσσάρων και θυμάμαι το βάσανό μου να τραγουδήσω τους στίχους με έναν τρόπο φυσικό. Αυτό είναι το μέλημά μου και σήμερα. 
 
Χ.Π.: Εν τέλει μελοποιήσατε σχεδόν όλους τους σημαντικούς έλληνες ποιητές.
 
Ν.Μ.: Δεν είχα μελοποιήσει μέχρι τώρα τον γκαρδιακό μου φίλο Ελύτη. Τώρα τελειώνω το Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας. Του το χρώσταγα χάρη. Επίσης μόλις ολοκλήρωσα το εγκώμιο στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, δώδεκα τραγούδια, εκ των οποίων τα έξι ορχηστρικά. Διαβάζω εγώ τέσσερα διηγήματά του και ερμηνεύουν η Σαβίνα Γιαννάτου, ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, η Ειρήνη Δερέμπεη, κι ο Αλέξανδρος Καψοκαβάδης. Πρώτη φορά γίνεται μουσική μνεία στον Παπαδιαμάντη, και χρειάστηκε σκληρή δουλειά για να βρεθεί ο τρόπος να αποδώσω το έργο του. Τα τελευταία χρόνια όλο μου το μέλημα είναι η λογοτεχνία. Εχω μελοποιήσει όλο τον σημαντικό γραπτό λόγο του κρητικού θεάτρου: Ερωτόκριτος, Ερωφίλη, Θυσία του Αβραάμ, την Κρητική Επανάσταση μέσα από το τραγούδι του Δασκαλογιάννη, όπως την απέδωσε ο Παντζελιός, Πρεβελάκη, και την Οδύσσεια του Καζαντζάκη, που την έχω κυκλοφορήσει και αποσύρει τρεις φορές. Τώρα ολοκληρώνω την τελευταία βερσιόν. Μισός αιώνας ζωής. 
 
Χ.Π.: Τι σας έλκει στη λογοτεχνία;
 
Ν.Μ.: Ο λόγος. Εχω γράψει πολλή αυτόνομη μουσική. Αλλά αυτό που με γοητεύει και με ταλανίζει είναι ο ελληνικός λόγος, τόσο ο νέος όσο και ο αρχαίος. Γιατί έχω κάνει και τα ποιήματα της Σαπφούς και το Ασμα ασμάτων του Σολομώντα στη μετάφραση των εβδομήκοντα. Και τέλος, Καραγκιόζη με την Οπερα των σκιών, παραγγελία του Μεγάρου το 1997.
 
Χ.Π.: Είναι ενδιαφέρον ότι ύστερα από τα λαϊκά σουξέ σε ταινίες της Βουγιουκλάκη, μεταπηδήσατε στη μεγάλη ποίηση.
 
Ν.Μ.: Η ζωή δεν είναι μόνο καθωσπρεπισμός. Είναι απ' όλα, είναι και χυδαιότητα. Φτάνει να είναι στη σωστή δόση. Αυτό είναι νομίζω το ζητούμενο της ζωής. Αν δεν το παραδεχτείς, είσαι καταδικασμένος. 
 
Χ.Π.: Σήμερα, λέτε, ακόμα συνθέτετε. Υπάρχει ακόμα έμπνευση; Δεν φοβάστε την επανάληψη;
 
Ν.Μ.: Αυτό που λες είναι πολύ σημαντικό. Αν το φοβόμουν, δεν θα το έκανα. Είμαι στοιχειωδώς έξυπνος και πονηρός - παιδί της Κατοχής γαρ. Προσέχω αφάνταστα. Αν μου τραγουδήσω καλά, το παίρνω, αν όχι, δεν το παίρνω. Αν φανταστώ ότι κάπου άπτεται, δεν το θέλω καθόλου! Να σκοτωθώ καλύτερα. 
 
Χ.Π.: Από όλη αυτή τη δουλειά πάνω σε ποιήματα, ποια θεωρείτε ότι πέρασαν στο πλατύ κοινό;
 
Ν.Μ.: Κατ' αρχάς το Κέντρο Διερχομένων του Ιωάννου, που ήταν μεγάλη επιτυχία. Η πρώτη δουλειά της Αρβανιτάκη, με την οποία δουλέψαμε έναν χρόνο για να βγει. Μετά, ο Ερωτόκριτος, που τον έχω δουλέψει σε αναρίθμητες βερσιόν. Μια μπαλάντα που τραγούδησαν η Ζαβιτσιάνου και ο Κατράκης σε μια εκδοχή θεατρική για πέντε όργανα και τρεις φωνές, μια άλλη για παράσταση του ΚΘΒΕ, ένα μπαλέτο στο Ηρώδειο με τις μετατροπές του Γιάννη Χρήστου σε χορογραφία της Ραλλούς Μανού, παραγγελία του Φεστιβάλ Αθήνων, μια όπερα για μικρή ορχήστρα, που παίχτηκε στο Ηράκλειο, στη Σητεία και στη Ρωμαϊκή Αγορά, μια άλλη εξελιγμένη της προηγούμενης κατά τη διάρκεια ενός παγκόσμιου συνεδρίου στη Σητεία, μόλις πρόπερσι. Με απασχολεί πολύ ο Ερωτόκριτος.
 
Χ.Π.: Τώρα, καθώς επανακυκλοφορείτε όλο σας το έργο, ουσιαστικά αρχειοθετείτε τη δουλειά μιας ζωής.
 
Ν.Μ.: Είχα σε εκκρεμότητα αυτή την αναβίωση, χωρίς να υπολογίζω σε υλικά οφέλη. Εδωσα όλα μου τα χρήματα με σκοπό να κυκλοφορήσουν αυτά τα πράγματα. Μου έρχονται τέτοια μηνύματα από τους ανθρώπους, που είναι ισότιμα της οποιασδήποτε εμπορικής επιτυχίας. Είναι η μεγαλύτερή μου ικανοποίηση. 
 
Χ.Π.: Αυτή η άρρηκτη σχέση σας με τη λογοτεχνία είναι κάτι το πολύ ιδιαίτερο για μουσικό, για τα ελληνικά δεδομένα...
 
Ν.Μ.: Μουσική και λόγος ήταν κάποτε μαζί. Ολος ο αρχαίος λόγος τραγουδιόταν. Οι άνθρωποι μιλούσαν τραγουδιστά ή ρυθμοποιημένα. Αυτό είναι σίγουρο. Αυτό εμένα με ταλαιπωρεί πολύ. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά. Θέλει αίμα για να τα κάνεις. 
 
Χ.Π.: Ποιοι ερμηνευτές απέδωσαν ιδανικά τα τραγούδια σας;
 
Ν.Μ.: Η Μπέλλου ήταν μια σπουδαία περίπτωση. Λένε ότι το πιο πετυχημένο μου τραγούδι είναι το Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, με την Τζένη Βάνου και το Σκληρό μου αγόρι, με την Πόπη Αστεριάδη. Ο Πουλόπουλος έχει επίσης τραγουδήσει πολλά μου τραγούδια. Ενας τραγουδιστής μεταξύ Καζαντζίδη και Μπιθικώτση, αλλά πολύ πιο συγκροτημένος από τους δύο. Τα 24 ποιήματα του Καβάφη τα ερμήνευσε ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, ο σημαντικότερος βαρύτονος του αιώνα μας. Και φυσικά η Σαβίνα Γιαννάτου, η πιο ιδιόμορφη φωνή του καιρού μας. 
 
Χ.Π.: Η ιδιωτική τηλεόραση δεν προβάλει τίποτα από όλα αυτά.
 
Ν.Μ.: Δεν προβάλλει τίποτε! Ούτε μια συναυλία σοβαρής μουσικής. Εχουν πέσει μόνο στην ευκολία, στο εύκολο χρήμα. Στα σελοφάν, στα λέιζερ και στα πορνό. Τα βιντεοκλίπ είναι καθαρό πορνό. Το μόνο που δεν δείχνουν είναι τα γεννητικά όργανα, αλλά σύντομα θα γίνει και αυτό, ώστε να ανεβεί η τηλεθέαση. 
 
Χ.Π.: Εχει εθνική ταυτότητα η μουσική σας; Είναι ελληνοκεντρική;
 
Ν.Μ.: Η μουσική δεν πρέπει να έχει ταυτότητα. Ωστόσο απηχεί αυτό που είμαι. Είμαι από την Κρήτη και έχω ζήσει τρομερά πράγματα. 
 
Χ.Π.: Αυτό δεν εννοούμε με «ταυτότητα»; Ο Πιατσόλα, ας πούμε, δεν είναι ο συνθέτης του Μπουένος Αϊρες;
 
Ν.Μ.: Χωρίς το τάνγκο τι θα ήταν; Κι εγώ χωρίς το ζεϊμπέκικο δεν είμαι τίποτα.
 
Χ.Π.: Εχετε πικρίες ή παράπονα από την πορεία σας;
 
Ν.Μ.: Υπάρχει κανείς που να μην έχει πικρίες; Εμένα με ενδιαφέρει να ολοκληρώσω το έργο μου. Την Οδύσσεια του Ομήρου, που δουλεύω πολλά χρόνια, πάνω σε μετάφραση του Γιώργη Ψυχουντάκη, ενός σχεδόν αγράμματου ανθρώπου από την Ασή Γωνιά της Κρήτης, που τη μετέφρασε θεϊκά, όλη σε ομοιοκαταληξία, και όταν τη διαβάζεις πελαγώνεις. Και το Ρεμπετόριο, που αποτελείται από έντεκα κομμάτια σόλο κιθάρα, αφιερωμένα στους φίλους μου ρεμπέτες και κιθαρίστες - μπουζουξήδες Χιώτη, Τατασόπουλο (τον επονομαζόμενο Ντίλινγκερ, του οποίου ο γιος Νίκος είναι δύο φορές καλύτερος από τον πατέρα του), Στεργίου (τον μυθικό Μπέμπη), Σπόρο, Λεμονόπουλο και Κατσαρό που πέθανε στα 114 του. 
 
Χ.Π.: Τι θα θέλατε να ξαναδείτε απ' όλα σας τα έργα;
 
Ν.Μ.: Την Οπερα των σκιών. 
 

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Μουσική
Συνεντεύξεις
Αυτοκτονίες/Θάνατοι/Δυστυχήματα
Για το ίδιο θέμα
Πέθανε ο συνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης