Έντυπη Έκδοση

Η ΚΟΑ, υπό τον Μίλτο Λογιάδη, σε μουσικές του Νέου Κόσμου

Ταξιδεύοντας με μουσική

Ο πρώτος από τους τρεις θεματικούς κύκλους που έχει εντάξει στο πρόγραμμά της η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών στη νέα καλλιτεχνική περίοδο 2013-2014 είναι εστιασμένος σε έργα Αμερικανών, αλλά και Ευρωπαίων συνθετών πλασμένα στην αμερικανική ήπειρο ή εμπνευσμένα από αυτήν. Εχει δε τον εύγλωττο τίτλο «Μουσικές του Νέου Κόσμου».

Κλιμάκιο της ΚΟΑ. Ο αρχιμουσικός Μίλτος Λογιάδης και η αρχιμουσικός Φαίδρα Γιαννέλου μετά το τέλος της ερμηνείας του έργου του Τσαρλς Αϊβς Κλιμάκιο της ΚΟΑ. Ο αρχιμουσικός Μίλτος Λογιάδης και η αρχιμουσικός Φαίδρα Γιαννέλου μετά το τέλος της ερμηνείας του έργου του Τσαρλς Αϊβς Ο κύκλος περιλαμβάνει πέντε συναυλίες διακεκριμένες ως προς την αισθητική των προγραμμάτων τους, στις οποίες την ΚΟΑ διευθύνουν πέντε διαφορετικοί αρχιμουσικοί.

Στη δεύτερη συναυλία του κύκλου, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 8 Νοεμβρίου -πάντοτε στην Αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών-, στο πόντιουμ ανέβηκε ο αρχιμουσικός Μίλτος Λογιάδης και συνέπραξε, ως σολίστ, ο βιολονίστας Αντώνης Σουσάμογλου.

Στο πρόγραμμα ανθολογήθηκαν δύο επιφανείς Αμερικανοί μουσουργοί, ο Τσαρλς Aiβς και ο Ααρον Κόπλαντ, καθώς και ένας διαπρεπής σύγχρονος Αμερικανός συνθέτης, ελληνικής, όμως, καταγωγής, ο Γιώργος Τσοντάκης, ο οποίος συχνά διακηρύττει την καταγωγή του με τις δημιουργίες του. Απογοητευτικό ήταν το θέαμα στην αίθουσα μια και η πληρότητά της ήταν μικρή, μολονότι υπήρχαν στο πρόγραμμα και δημοφιλή έργα. Τώρα πια φαίνεται ποιοι και πόσοι είναι οι πραγματικοί φιλόμουσοι.

«Αναπάντητο Ερώτημα»

Εναρκτήριο έργο της συναυλίας ήταν το εμβληματικό «Αναπάντητο Ερώτημα» του Τσαρλς Aiβς (1874-1954). Το έργο αυτό, «ένας στοχασμός πάνω σε κάτι σοβαρό» το υποτίτλισε ο πλαστουργός του, γράφτηκε το 1908 - και όχι το 1906, που αναφέρει το πρόγραμμα. Σε αυτή την πρωταρχική του γραφή, όμως, την οποία ακούσαμε, πρωτοερμηνεύτηκε το 1984, εβδομήντα έξι χρόνια, δηλαδή, αργότερα (!) - είχε μεσολαβήσει, το 1946, η ερμηνεία μιας αναθεωρημένης μορφής του για ορχήστρα.

Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Ααρον Κόπλαντ το θεωρούσε ένα από τα ωραιότερα έργα που έχουν δημιουργηθεί από Αμερικανό συνθέτη, ενώ ο Λέοναρντ Μπέρνσταϊν δανείστηκε το όνομά του για τις περίφημες Νόρτον διαλέξεις του, τις οποίες πραγματοποίησε το 1973-1974 στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ. Το έργο, γραμμένο για ορχήστρα εγχόρδων, κουαρτέτο ξύλινων πνευστών και τρομπέτα, είναι σύντομο -η ερμηνεία του διαρκεί περίπου έξι λεπτά-, τελείως πρωτότυπο και αποτελεί, μέσω συνύπαρξης τονικού και πολυτονικού ιδιώματος, ένα μουσικό στοχασμό στο «αιώνιο ερώτημα της ύπαρξης».

Οι συναυλιακές ερμηνείες του επιδέχονται διάφορες χωροταξικές διευθετήσεις των δύο ομάδων των οργάνων και της τρομπέτας. Σε αυτήν που παρακολουθήσαμε, τα έγχορδα, τα οποία διαμορφώνουν ένα αργόσυρτο, ατμοσφαιρικό μουσικό υπόβαθρο, ήσαν τοποθετημένα κανονικά στη σκηνή. Η τρομπέτα, η οποία «θέτει ερωτήματα», ακουγόταν από τα παρασκήνια. Το κουαρτέτο, το οποίο «απαντά» στα ερωτήματα της τρομπέτας, στα έξι από τα επτά, αφήνοντας το τελευταίο αναπάντητο, ήταν τοποθετημένο πίσω από τα έγχορδα.

Ωστόσο, ακόμη και με αυτή τη μάλλον συμβατική διάταξη χρησιμοποιήθηκε και βοηθός αρχιμουσικός. Υπεύθυνη για την καθοδήγηση του κουαρτέτου πνευστών ήταν η Φαίδρα Γιαννέλου. Ο Μίλτος Λογιάδης προσέφερε μια στοχαστική ερμηνεία, συντονίζοντας με ακρίβεια και εκφραστικότητα τα έγχορδα, ενώ ο τρομπετίστας Παναγιώτης Καίσαρης «έθετε» με ζηλευτή άνεση τα ερωτήματά του. Εν κατακλείδι η ερμηνεία του έργου υπερασπίστηκε θαυμαστά τη γραφή και τις προθέσεις του δημιουργού, αφού όλοι οι εμπλεκόμενοι αντεπεξήλθαν με υπευθυνότητα στις απαιτήσεις του.

Ακολούθησε το Κοντσέρτο για βιολί και ορχήστρα αρ. 2 του Γιώργου Τσοντάκη. Ο συνθέτης, γεννημένος στην Αστόρια το 1951 από Ελληνες γονείς, είναι από τους πλέον διακεκριμένους αλλά και δραστήριους της Διασποράς - ασχολείται, εκτός των άλλων, με εξαιρετικές επιδόσεις, και με τη διεύθυνση ορχηστρικών και χορωδιακών έργων.

Πολλά έργα του έχουν βραβευτεί. Από αυτά ξεχωρίζει το έργο που εντάχθηκε στο πρόγραμμα της συναυλίας, το οποίο έχει τιμηθεί, το 2005, με το βραβείο σύνθεσης Γκροουμέγιερ (με αυτό έχουν βραβευτεί έργα των Λουτοσλάφσκι, Λίγκετι, Κοριλιάνο, Πεντερέτσκι, Ανταμς, Τακεμίτσου, Κούρταγκ, Μπουλέζ κ.ά.), ενώ ήταν υποψήφιο και για βραβείο Γκράμι.

Το Κοντσέρτο είναι σχετικά σύντομο, τετραμερές -τα τέσσερα μέρη του είναι σχεδόν ισόχρονα με διάρκεια το πολύ πέντε λεπτά το καθένα- και δομημένο σε τονικές βάσεις. Απαιτεί μικρή, σχετικά, ορχήστρα με έγχορδα, λίγα πνευστά, κρουστά, άρπα και πιάνο. Τα μέρη της έχουν περιγραφικούς-αντισυμβατικούς χαρακτηρισμούς ρυθμικής αγωγής. Τα τρία πρώτα είναι αργόρυθμα και μάλλον χαμηλόφωνα, με μικρές εξάρσεις, το τέταρτο γοργό και δυναμικό.

Βιολί με ψυχή

Το βιολί, μολονότι φαίνεται να λειτουργεί σαν μέλος της ορχήστρας, έχει το δικό του ξεχωριστό ρόλο. Ενα ρόλο τον οποίο ερμήνευσε ιδανικά ο πολυτάλαντος Αντώνης Σουσάμογλου.

Ο ήχος του ήταν πλούσιος σε ηχοχρώματα, τονικά ακριβέστατος και, κυρίως, είχε ψυχή. Η συνεργασία του με την ορχήστρα και τον αρχιμουσικό της ήταν ζηλευτά αρμονική. Σε ένα νέο, πρωτοπαρουσιαζόμενο στην Ελλάδα έργο, καθένας έπειθε ότι γνωρίζει άψογα τις ερμηνευτικές υποχρεώσεις του.

Το δεύτερο μέρος της συναυλίας ήταν αφιερωμένο στον Ααρον Κόπλαντ (1900-1990). Ερμηνεύτηκαν δύο γνωστά, συγγενικής αισθητικής και οργανικής δομής, πλασμένα την ίδια εποχή, εξαιρετικά δημοφιλή έργα του: η συμφωνική σουίτα «Ανοιξη στα Απαλάχια» (1945) και τα «Τέσσερα χορευτικά επεισόδια από το μπαλέτο Ροντέο», στη συμφωνική τους εκδοχή, στην οποία αποτελούν μια ανεξάρτητη σουίτα (1943). Η πλήρης συμφωνική ορχήστρα και οι λαϊκές καταβολές των έργων -ο Κόπλαντ έχει εντάξει σε αυτά, ιδίως στο δεύτερο, αρκετά λαϊκά θέματα- αξιοποιήθηκαν συναρπαστικά από τον Μίλτο Λογιάδη.

Διαθέτοντας την αίσθηση των δύο διαφορετικών πόλων της μουσικής -λαϊκό και λόγιο-, ο αρχιμουσικός, αποφεύγοντας στείρους ακαδημαϊσμούς, πορεύτηκε στα ιδιαίτερα μονοπάτια που οδηγούν σε αυτές τις δύο πολύχρωμες και σαγηνευτικές μουσικές τοπογραφίες της αμερικανικής υπαίθρου.

Οι ερμηνείες του διέθεταν τα πάντα: ρυθμό και μελωδία, τρυφερότητα και ένταση, κέφι για τη ζωή και νοσταλγία για το χθες, και, κυρίως, αυθεντικότητα.

Εχοντας τον απόλυτο έλεγχο της ορχήστρας, δεν εμπόδιζε τους μουσικούς της να εκδηλώσουν τον αυθορμητισμό τους. Και αυτοί, σε υποδειγματική σύμπνοια, ανταποκρίνονταν με συγκινητική δημιουργική διάθεση. Ολοι μαζί ταξίδεψαν, χόρεψαν, τραγούδησαν. Ευτυχισμένη η μουσική, ευτυχισμένοι οι μουσικοί, ευτυχισμένοι -τι άλλο;- οι ακροατές.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Στη στήλη
Μουσικογραφήματα