Έντυπη Έκδοση

Η καταγωγή των Ελλήνων

Ενα προσιτό ανάγνωσμα-σταθμός

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Η συγγραφή ενός τόσο φιλόδοξου βιβλίου για ένα τόσο παλαιό και ακανθώδες ζήτημα από έναν πρωτοεμφανιζόμενο στο ευρύ κοινό νέο επιστήμονα συνιστά απονενοημένο διάβημα.

 Και η υιοθέτησή του από τις εγκυρότερες ίσως απευθυνόμενες στο ευρύ κοινό πανεπιστημιακές εκδόσεις της χώρας, διακύβευμα υψηλότατου κινδύνου. Πρόκειται για τολμηρή κίνηση, σε ένα πεδίο πολλαπλώς ναρκοθετημένο από παρεξηγήσεις και προκαταλήψεις ποικίλων προελεύσεων.

Η πρώτη παρεξήγηση που έχει να αντιμετωπίσει ένας συγγραφέας μιας νέας ιστορίας του απώτερου παρελθόντος, συνίσταται στη σχεδόν καθολικής αποδοχής ταύτιση παρελθόντος και Ιστορίας. Το παρελθόν συνίσταται στα γεγονότα που έχουν ήδη διαδραματιστεί και δεν επιδέχεται καμία μετατροπή.

Η Ιστορία είναι αυτό που λέει η ίδια η λέξη: εξιστόρηση των γεγονότων του παρελθόντος, αφήγηση γεγονότων. Και οι αφηγήσεις ενός σημαντικού γεγονότος είναι πολύ περισσότερες από τους ίδιους τους αφηγητές, καθώς κάθε άνθρωπος, κάθε ιστορικός και κάθε έθνος επανεπεξεργάζεται διαρκώς, ακόμη και εάν δεν το συνειδητοποιεί, τα γεγονότα του παρελθόντος με τα υλικά τού εκάστοτε παρόντος.

«Ευαίσθητα εθνικά δεδομένα»

Η ταύτιση της Ιστορίας με το παρελθόν έχει ως συνέπεια να αντιμετωπίζουμε κάθε νέο ξαναγράψιμο της Ιστορίας ως παραχάραξη, ιδίως όταν άπτεται «ευαισθήτων εθνικών δεδομένων», κακώς νοουμένων «εθνικών συμφερόντων», ακόμη και «χρησίμων ψευδών». Ο κύκλος των ανθρώπων τους οποίους «θίγει» μια ανασύνθεση της εθνικής ή τοπικής Ιστορίας είναι ευρύτατος, με πρωταγωνιστές της αυτούς που ο συγγραφέας μας ευστόχως χαρακτηρίζει «ποδοσφαιρόφιλους» του ζητήματος, οι οποίοι δεν βολεύονται πάντα να μένουν στις κερκίδες αλλά συχνά εισβάλλουν και στο γήπεδο για να δείξουν «πώς (πρέπει να) γίνεται το παιγνίδι».

Από την άλλη πλευρά, κάθε απόπειρα νέας διεπιστημονικής σύνθεσης έρχεται αντιμέτωπη με τη συντεχνιακή υπεράσπιση του οριοθετημένου χώρου που αποτελεί το βιότοπο άλλων εξειδικευμένων επιστημόνων. Περίσταση για την οποία καλό είναι να θυμόμαστε τη σοφή ρήση του Γκάλμπρεϊθ: «η εξειδίκευση είναι επιστημονική διευκόλυνση, δεν είναι επιστημονική αρετή».

Η άρνηση της σύνθεσης ενίοτε πηγάζει από ένα φιλοσοφικό θετικισμό, που επιστήμη θεωρεί μόνο την απλή παράθεση και στεγνή περιγραφή αντικειμενικών δεδομένων. Ο θετικισμός αυτός αγνοεί πως δεν υπάρχει γνώση χωρίς γεφύρωμα των ενδιαμέσων «αποσιωπητικών», ένα γεφύρωμα που μόνον οι (διαρκώς επανεξεταζόμενες) υποθέσεις μπορούν να επιτύχουν.

Αγνοεί επίσης πως το θεωρητικό, αξιολογικό και υποκειμενικό στοιχείο αναπόφευκτα ενυπάρχει και σε οποιαδήποτε απλή συλλογή στοιχείων, όπως συνήθιζε να υπενθυμίζει ο Καρλ Πόπερ στους θετικιστές της γενιάς του: η επιλογή του αντικειμένου της έρευνας προκαθορίζεται από κριτήρια αξιολογικού χαρακτήρα. Οταν αυτό το αγνοούμε, είμαστε καταδικασμένοι να πέφτουμε ανύποπτα θύματά του. Το εν συνεχεία ζητούμενο της έρευνας δεν είναι η αποβολή της δεοντολογίας -αυτό είναι αδύνατο στις ανθρωπιστικές επιστήμες, που ως αντικείμενό τους έχουν το υποκείμενο-, αλλά η σαφής αντιδιαστολή της από την οντολογία.

Η ινδοευρωπαϊκή θεωρία, η οποία ορθώς απασχολεί εν εκτάσει το συγγραφέα, είναι ιδεολογικά στιγματισμένη από τις συνθήκες της γέννησής της. Προέκυψε μέσα στο κλίμα του νεοαποικισμού από τους Βορειοευρωπαίους αποικιστές του κόσμου -από τον Αγγλο δικαστή στην Καλκούτα σερ William Jones το 1786- και αντανακλά την σύλληψη του κόσμου με τα δικά τους μάτια, στα οποία ο Βορράς βρίσκεται από κοσμολογική άποψη πάνω από το Νότο και οι κάτοικοί του είναι από τη φύση τους ανώτεροι των Νοτίων.

Την υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες πολιτική υπεροχή τους την ερμήνευσαν ως παντοτινή και την επεξέτειναν στις απαρχές της Ιστορίας. Ετσι στους δύο τελευταίους αιώνες προέκυψε το μοντέλο των Ινδοευρωπαίων που «κατήλθαν» από τις στέπες του Βορρά καβάλα στα άλογά τους για να υποτάξουν τους μαλθακούς λαούς του Νότου. Στις ορδές τους φυσικά ενέταξαν και τους προγόνους των αρχαίων Ελλήνων, που «κατήλθαν» στον ελλαδικό χώρο σε αλλεπάλληλα κύματα.

Τούτη η κατασκευή, που κατόρθωσε να επικρατήσει πλήρως για δεκαετίες, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις «αναμνήσεις» των αρχαίων Ελλήνων, οι οποίοι μιλούσαν μεν για αλλεπάλληλες διεισδύσεις «βαρβάρων» στον ελλαδικό χώρο, καμία όμως από αυτές δεν είχε αφετηρία της τον απώτερο Βορρά.

Η ελληνοποίηση του πληθυσμού ήταν κατ' αυτούς το αποτέλεσμα μιας πολυεθνοτικής διαδικασίας ζύμωσης μέσα στον ελλαδικό γεωγραφικό χώρο.

Το δόγμα «μία γλώσσα ένας λαός» ίσχυε σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό όσο ανατρέχουμε προς το παρελθόν, πριν από την εμφάνιση της γεωργίας, της δουλείας, της δημιουργίας κρατών και της διάδοσης θρησκειών, που επέτρεψαν τη γλωσσική αφομοίωση πληθυσμιακών ομάδων διαφορετικής προέλευσης.

Η ειρωνεία της Ιστορίας

Εξακολουθούσε μάλιστα να έχει ισχύ κατά τη διάρκεια των μεγάλων γεωγραφικών εξερευνήσεων, που έφερε τους Ευρωπαίους αντιμέτωπους με αλλόγλωσσους γηγενείς. Και ενώ η κατάκτηση των δεύτερων από τους πρώτους απετέλεσε το πρότυπο της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας, κατά ειρωνεία της Ιστορίας, ήταν αυτή που έθεσε τέλος στην ιδέα της ταύτισης γλωσσικής και φυλετικής ταυτότητας (με τη διάδοση της γλώσσας των αποίκων στους ιθαγενείς των αποικιών).

Ενα άλλο στοιχείο της εποχής της, που σημάδεψε την ινδοευρωπαϊκή θεωρία, ήταν η κρατούσα μέχρι και την εποχή των εξερευνήσεων βιβλική αντίληψη περί χρόνου, σύμφωνα με την οποία η δημιουργία του κόσμου είχε λάβει χώρα κάτι λιγότερο από έξι χιλιάδες χρόνια πριν - στις 23 Οκτωβρίου 4004 π.Χ., κατά την ακριβή εκτίμηση του αγγλικανού επισκόπου James Ussher (σελ. 43).

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ -«Πόθεν και πότε οι Ελληνες;»- Οι υπεύθυνες απαντήσεις της επιστήμης και η παρούσα κατάσταση της έρευνας για την πρώτη αρχή του ελληνικού πολιτισμού Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης Σελ. 646 Τιμή: 25 ευρώ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ -«Πόθεν και πότε οι Ελληνες;»- Οι υπεύθυνες απαντήσεις της επιστήμης και η παρούσα κατάσταση της έρευνας για την πρώτη αρχή του ελληνικού πολιτισμού Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης Σελ. 646 Τιμή: 25 ευρώ Διανοίγοντας τους στενούς μέχρι τότε γεωγραφικούς ορίζοντες, οι εξερευνήσεις οδήγησαν σε διεύρυνση και των χρονικών οριζόντων. Εντούτοις, όπως υποδεικνύει ο Θ.Γ., η περί ινδοευρωπαϊκής γλώσσας θεωρία παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό δέσμια του συμπιεσμένου βιβλικού χρόνου.

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Η άνεση με την οποία κινείται ο Θ.Γ. μέσα σε ένα τόσο ευρύ, περίπλοκο και επικίνδυνο πεδίο δεν οφείλεται στην άγνοια του κινδύνου ή στην αυθάδεια της νεότητας, όπως θα μπορούσε από πρώτη άποψη να υποθέσει κανείς. Η σύνθεση την οποία επιχειρεί στηρίζεται στην επεξεργασία και αναδιευθέτηση ενός απέραντου διεπιστημονικού υλικού που ξεκινάει από τις απαρχές του ζητήματος και φτάνει μέχρι τις τελευταίες μέρες που προηγήθηκαν της τυπογραφικής επεξεργασίας. Ο γράφων το παρόν, που τρέφει παρόμοιες φιλοδοξίες -παρά το όψιμο της ηλικίας του αυτός- ομολογεί πως στο πόνημα του Θ.Γ. βρήκε υλικό μελέτης για τη δική του θεματολογία, το οποίο του ήταν άγνωστο.

Πριν απ' όλα, ο Θ.Γ. φροντίζει να οριοθετήσει και να αντιδιαστείλει πριν ανασυνθέσει τα βασικά στοιχεία που συμπλέκονται στην ταυτότητα ενός λαού, δίνοντας προτεραιότητα στη γλώσσα ως πηγή συνείδησης και πολιτισμού. Αντιδιαστέλλοντας τη γλωσσική από την εθνική, την εθνική από τη γενετική και τη γλωσσική από τη γενετική κατηγορία, καταδεικνύει ότι, ιδίως στο πλαίσιο της μελέτης της προϊστορίας, κοινή γλώσσα δεν σημαίνει οπωσδήποτε και κοινή εθνική συνείδηση, ενώ γλωσσική ή/και εθνική συνέχεια δεν συνεπάγονται επίσης και γενετική/πληθυσμιακή συνέχεια.

Αναζητώντας και ενδεχομένως εντοπίζοντας τις γλωσσικές ρίζες μιας ομάδας δεν σημαίνει πως αποδίδει στην ομάδα αυτή μια διαχρονικά σταθερή και κοινή εθνική συνείδηση.

Δεύτερον, προχωράει σε μια αποσυμπίεση του χρόνου, αναζητώντας τις απώτερες ρίζες των ευρωπαϊκών γλωσσών πολύ πιο πίσω, μέχρι την εποχή της διείσδυσης του συγχρόνου ανθρώπου στον ευρωπαϊκό χώρο. Αυτό γίνεται με μια ιδιαίτερα εκτενή πραγμάτευση των θεωριών για την προέλευση της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας - αντιπαραβολή των παραδοσιακών αντιλήψεων περί εισβολών (υποτίθεται ιππέων από τις στέπες του Βορρά) αλλά και το μονόπλευρο και άκαμπτο μοντέλο του γλωσσικού δέντρου με τις διάφορες εκδοχές της θεωρίας του C. Renfrew, που συνέδεσε την εξάπλωση της ινδοευρωπαϊκής γλώσσας με τη διάδοση της γεωργίας από την ανατολική «Εύφορη Ημισέληνο».

Προχωρώντας αναδρομικά από τις πιο κοντινές στην ιστορική εποχή προταθείσες χρονολογίες «εισόδου» των Ελλήνων στον ελλαδικό χώρο, κλείνει με πειστικό τρόπο ένα ένα τα παράθυρα εισόδου, μέχρις ότου φτάσει στην άφιξη του Homo sapiens.

Με τον τρόπο αυτό ο Θ.Γ. τάσσεται βασικώς υπέρ της αυτοχθονίας, δίνοντας στις απώτερες εγχώριες ρίζες της ελληνικής γλώσσας ένα βάθος περίπου 40 χιλιετιών. Το συμπέρασμα τούτο με την πρώτη ανάγνωση μοιάζει να προσεγγίζει επικίνδυνα τις θέσεις των λαϊκών πλειοδοτών της απόλυτης προτεραιότητας του «αναλλοίωτου» ελληνικού έθνους και της «αρχαιότερης όλων» ελληνικής γλώσσας.

Μια προσεκτικότερη μελέτη όμως δείχνει πως ο συγγραφέας απέχει παρασάγγας από μια τέτοια θεώρηση: η «αυτοχθονία» δεν αφορά τις απώτερες ρίζες προνομιακώς της ελληνικής γλώσσας, αλλά και των άλλων «εθνικών» ευρωπαϊκών γλωσσών. Αλλωστε ο Θ.Γ. φροντίζει να επισημάνει πως ο ελλαδικός χώρος, όντας η πόρτα της Ευρώπης προς την Ανατολή, δέχτηκε από αυτή συγκριτικά περισσότερα γλωσσικά (σελ. 37) και αιματολογικά (σελ. 506, 514) δάνεια απ' όσα δέχτηκαν άλλες «ινδοευρωπαϊκές» γλώσσες και άλλοι λαοί της Ευρώπης αντιστοίχως.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Θα ήταν υπερβολικό να ισχυριστεί κανείς ότι το ογκώδες, τεκμηριωμένο, σύνθετο και πυκνό πόνημα του Θ.Γ. έλυσε οριστικά το τεράστιο, περίπλοκο και ακανθώδες πρόβλημα με το οποίο καταπιάστηκε. Μπορούμε όμως με βεβαιότητα να πούμε ότι το προώθησε πολύ πιο πέρα από εκεί που βρισκόταν μέχρι σήμερα.

Ως εκ τούτου εκτιμώ πως το βιβλίο θα αποτελέσει για καιρό υποχρεωτικό σταθμό στις σχετικές επιστημονικές έρευνες και ταυτόχρονα ανάγνωσμα προσιτό, ευχάριστο και ωφέλιμο στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Οσοι δεν το διάβασαν, να το διαβάσουν.

Οσοι το διάβασαν, να το ξαναδιαβάσουν. Μόνο μετά τη δεύτερη ανάγνωση διαλύονται οι παρεξηγήσεις της πρώτης και ανοίγεται το βλέμμα σε μια πανοραμική θέαση του προβλήματος, για την οποία οι περισσότεροι αναγνώστες -ειδικοί και μη- παραμένουν ανυποψίαστοι.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

2 σχόλια

1 Ο/Η Ερυκίνη Α. έγραψε: (πριν 6 έτη)
Πράγματι σημαντική μελέτη, που αξιοποιεί και όλο το πλούσιο αρχαιολογικό υλικό για την ελλαδική προϊστορία.
2 Ο/Η Λουκας ΜΠΙΣΤΑΡΑΚΗΣ έγραψε: (πριν 6 έτη)
MEAGLOSAME ME THN ELLHNIKH MHTHOLOGIA ,,,THN ISTORIA k.l.p
PISTEPSAME STIS POLITIKES TON EPI 50 XRONIA
POLITIKON KAI TORA APAGOHTEYTIKAME.
....TOYLAXISTI GIA THN ISTORIA MAS AS ASXISOYN NA THN GRAFOYN OMADES NEON EPISTIMONON. GIATI
H IASORIA DEN PREPEI NA GRAFETAI APO ENA KAI MONON PROSOPO.
Loukas Mpistarakis
Zyrixh 2013
Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 2

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Ιστορία/Ιστορικά Γεγονότα
Λογοτεχνία
Αφιέρωμα
Βιβλίο
Αρχαιολογία
Συγγραφείς/Συγγράμματα