Έντυπη Έκδοση

Μαρία Καλλιμάνη, η ηθοποιός που μάγεψε στο Βερολίνο

«Οταν ζοριζόμαστε, κοιτάμε την πάρτη μας»

Ο Θανάσης δεν κάνει μια ταινία στη λογική «οι καημένοι οι μετανάστες τι τραβάνε» ούτε ηθικολογεί του τύπου «τα κακά αφεντικά». Ασφαλώς και το Μεταναστευτικό είναι ένα μείζον θέμα * Οι δικοί μου μού λένε πως στην οικονομία ζεις σε συνθήκες πολέμου. Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Ο στόχος είναι να κρατηθείς

Η Ελληνίδα ηθοποιός, που μάγεψε τους κριτικούς στο Βερολίνο για την ερμηνεία της «Στο Σπίτι» του Αθανάσιου Καρανικόλα, είναι η Μαρία Καλλιμάνη. Ηθοποιός με μακρά πορεία στο θέατρο, τα τελευταία χρόνια λάμπει στον κινηματογράφο. Την ανακάλυψε ο Γιάννης Οικονομίδης κι αυτό λέει πολλά, αν σκεφτεί κανείς πόσες καριέρες απογείωσε ο τολμηρός σκηνοθέτης: Βαγγέλης Μουρίκης, Ερρίκος Λίτσης, Στάθης Σταμουλακάτος. Στο «Μαχαιροβγάλτη» του Οικονομίδη την πρόσεξε άλλωστε και ο Καρανικόλας. Και βρήκε αμέσως στο πρόσωπό της την απόλυτη πρωταγωνίστρια για τη νέα του ταινία που απέσπασε το βραβείο της Οικουμενικής Επιτροπής της FORUM του Φεστιβάλ Βερολίνου.

Θα τη δούμε και σε μια σκηνή της νέας ταινίας του Οικονομίδη, στο «Μικρό Ψάρι», που διαγωνίστηκε στην Μπερλινάλε. Και τι σκηνή: πάνω από έναν τάφο, όπου τα δίνει όλα. Βλέποντάς την κανείς εκεί, σε ένα ντελίριο οργής και βωμολοχιών, δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί πόσο γλυκιά, ευαίσθητη και προσγειωμένη είναι στην πραγματικότητα.

Τη συναντήσαμε καταχαρούμενη από την απήχηση και των δύο ελληνικών ταινιών στο Βερολίνο. «Σκεφτείτε πως η ταινία του Θανάση πήρε επαναληπτική προβολή», μας είπε. Στην ταινία, που είναι όλη πάνω της, ενσαρκώνει μια Γεωργιανή, εσωτερική σε ένα σπίτι μιας εύπορης οικογένειας με ένα κοριτσάκι.

«Η ηρωίδα», μας εξηγεί, «δουλεύει σε αυτό το σπίτι 12 χρόνια και την αγαπούν όλοι. Ομως μια μέρα αρρωσταίνει σοβαρά. Παθαίνει κάτι σαν σκλήρυνση κατά πλάκας. Κι αυτό συμπίπτει με κάποια προβλήματα οικονομικής φύσεως που αντιμετωπίζει το ζευγάρι. Αυτό φαίνεται κι από το σπίτι τους που είναι ανολοκλήρωτο -βλέπεις ας πούμε μια πισίνα που δεν έχει τελειώσει ακόμα. Κι ενώ έχουν θερμές σχέσεις, τρώνε μαζί και η γυναίκα τη βλέπει, όπως λέει, σαν αδερφή της, όταν αρρωσταίνει αποφασίζουν να τη διώξουν. "Δεν μπορώ να ζω με έναν άρρωστο στο σπίτι", λέει ο άντρας».

- Φαντάζομαι πως το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και με μια Ελληνίδα, έτσι;

«Βέβαια. Ο Θανάσης δεν κάνει μια ταινία στη λογική "οι καημένοι οι μετανάστες τι τραβάνε" ούτε ηθικολογεί "του τύπου τα κακά αφεντικά". Ασφαλώς και το Μεταναστευτικό είναι ένα μείζον θέμα -και η εκμετάλλευση των μεταναστών τον εξοργίζει. Η ηρωίδα είναι ανασφάλιστη. Ομως αυτό που θέλει πραγματικά να δείξει είναι πως όταν ζοριζόμαστε, πρώτ' απ' όλα κοιτάμε τον εαυτό μας: το πώς θα διασφαλίσουμε το χώρο μας. Βέβαια, τι σημαίνει πραγματικά "ζορίζομαι"; Πρέπει να σκεφτούμε λίγο πόσο έχουμε κακομάθει στα χρόνια της φούσκας να φροντίζουμε τους εαυτούς μας -κι ας είναι πλαστές οι ανάγκες μας. Ναι, ζούμε σε οικονομική κρίση, αλλά περισσότερο σε μια κρίση ηθικών αξιών».

- Εσείς είχατε ποτέ στην οικογένειά σας κάποια τέτοια γυναίκα;

«Ναι. Αλλά δεν έχω νιώσει πως την έχω απαξιώσει. Πώς μπορείς, όταν βλέπεις ανθρώπους, συχνά καλλιεργημένους, που έχουν αναγκαστεί να αφήσουν τα σπίτια τους; Βέβαια, ίσως κάποια στιγμή να έχω νιώσει πως αν στριμωχνόμουν μπορεί και να κοιτούσα πρώτα τον εαυτό μου. Τα πράγματα είναι περίπλοκα. Δεν αφορίζω το ζευγάρι».

- Πώς θα περιγράφατε την ηρωίδα;

«Είναι σιωπηλή. Δεν φωνάζει, δεν διεκδικεί, δεν εναντιώνεται. Ο δικός της ηρωισμός έγκειται στο ότι έχει αξιοπρέπεια, περηφάνια, ακεραιότητα. "Μα γιατί δεν διεκδικεί, γιατί δεν αντιδρά;", ρωτούσα τον Θανάση. "Είναι αυτοκαταστροφική!". Ομως εκείνος ήθελε να μιλήσει για μια ηρωίδα σχεδόν ντοστογεφσκική, όπως ο "Ηλίθιος"».

- Αποκτήσατε και γεωργιανή προφορά;

«Καθόλου. Διότι η συγκεκριμένη γυναίκα ζει πάνω από 20 χρόνια στην Ελλάδα. Στο σενάριο, άλλωστε, το ζευγάρι, ο Αλέξανδρος Λογοθέτης και η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, λένε πως την πήραν γιατί ήθελαν για το παιδί μια γυναίκα που να μιλά σωστά ελληνικά. Σε μια σκηνή βέβαια της ταινίας μιλάω γεωργιανά στο τηλέφωνο με τη μητέρα μου. Εκεί βοήθησε η Βέρικο, η γυναίκα του Μιχαήλ Μαρμαρινού που είναι από τη Γεωργία. Και στο τέλος, ο Γεωργιανός ηθοποιός Δαυίδ Μαλτέζε».

- Πώς ήταν τα γυρίσματα;

«Υπέροχη εμπειρία. Για πέντε εβδομάδες μετακόμισα με τη γάτα μου σε μια κατασκήνωση στο Ζούμπερι. Δουλεύαμε 10-12 ώρες τη μέρα. Στην παραγωγή ήταν το γνωστό γερμανικό κανάλι ZDF, και από ελληνικής πλευράς ο γνωστός σκηνοθέτης Αργύρης Παπαδημητρόπουλος. Ε, η θεία του Αργύρη μαγείρευε καταπληκτικά. Το catering ήταν πολύ γκουρμέ! Το δε σπίτι της οικογένειας της ταινίας ήταν στον Σχινιά, μπροστά στη θάλασσα. Ηταν σημαντικό να βρεθεί ο σωστός χώρος, γιατί η ταινία του Θανάση είναι στιλιστικά πολύ προσεγμένη: ο χώρος, το σπίτι, "παίζουν" πολύ στην ταινία. Εχει έντονη αισθητική, αλλά κι ένα στοιχείο ντοκιμαντέρ».

- Εσείς δυσκολεύεστε να επιβιώσετε ως ηθοποιός;

«Η εκδοχή του Μπράουνινγκ» «Η εκδοχή του Μπράουνινγκ» «Με μια έννοια, ναι. Διότι ζω από τη δουλειά μου, δεν είναι απλώς ένα χόμπι. Τώρα παίζω στην παράσταση "Η εκδοχή του Μπράουνινγκ" της Ελένης Σκόττη. Είμαι η κακιά και άπιστη σύζυγος του Δημήτρη Καταλειφού (γελάει). Από την άλλη βέβαια άλλοι συνάδελφοι περνάνε πιο δύσκολα. Τουλάχιστον εγώ έχω να φάω ψάρια! Η οικογένειά μου βγάζει τα κατεψυγμένα θαλασσινά "Kallimanis"».

- Πάει καλά η εταιρεία;

«Με τεράστιο αγώνα. Είναι μια οικογενειακή επιχείρηση, αυτοδημιούργητη. Οι δικοί μου μού λένε πως στην οικονομία ζεις σε συνθήκες πολέμου. Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει. Ο στόχος είναι να κρατηθείς. Ο πατέρας μου πέθανε έξι μήνες αφού έφτιαξε την εταιρεία. Η μητέρα μου έχει αναλάβει το μεγαλύτερο βάρος. Και δύο από τα τρία αδέρφια μου. Γιατί έχω και μία αδερφή που είναι χορεύτρια στο Παρίσι. Λέγεται Παναγιώτα Καλλιμάνη και πριν από μία βδομάδα χόρεψε και στη Στέγη. Λένε πως πάνω στη σκηνή μοιάζουμε!».

- Ασχολείστε καθόλου με τα συνδικαλιστικά;

«Πήγα σε μια συνέλευση του ΣΕΗ όπου ήμασταν μόλις 100 άτομα, όταν υπάρχουν 7.000-8.000 ηθοποιοί! Και υποτίθεται πως θα μιλούσαμε για τη συλλογική σύμβαση. Είναι πολύ απογοητευτικό. Δεν υπάρχει αγωνιστικότητα, διάθεση για μια συλλογική αντίδραση. Ενώ ακούω πως στις ΗΠΑ τα σωματεία είναι πολύ ισχυρά. Κι εδώ, ας μη γελιόμαστε, υπάρχει μια εκμετάλλευση της κρίσης από κάποιους. Κάποιοι μας θεωρούν χομπίστες, ψώνια. Σου λέει "δεν θες εσύ; Αλλος". Δεν μπορεί να έχει γίνει θεσμός να μην πληρωνόμαστε στις πρόβες! Είναι ελάχιστα τα χρήματα που παίρνουμε πια από το θέατρο. Κι όμως, το θέατρο πάει καλά».

- Πιστεύετε πως στην Ελλάδα γενικά έχουμε συλλογική συνείδηση;

«Οχι. Ο καθένας θα κοιτάξει την πάρτη του, το τομάρι του. Αλλά αυτό που σήμερα έχουμε ανάγκη είναι το αντίθετο. Ο ένας να βοηθά τον άλλο. Αισθάνομαι πως στην Ελλάδα δεν είμαστε γενναιόδωροι. Είναι ριζωμένη η νοοτροπία ότι για να υπάρξω πρέπει να κάνω στην άκρη τους άλλους. Κι όμως πιστεύω πως αν κάνεις τη δουλειά σου με αγάπη, θα βρεις το χώρο που σου αναλογεί».

- Η πολιτική μπορεί να είναι μια λύση στα προβλήματά μας;

«Εχω μια πολύ μεγάλη απέχθεια προς την πολιτική -ειδικά τα τελευταία χρόνια. Αισθάνομαι ότι είναι ιδιαίτερα αλλοτριωμένος χώρος -αν και αναμφισβήτητα υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν καλά τη δουλειά τους. Αυτό που με ανησυχεί είναι το πόσο χαμηλό είναι το μορφωτικό επίπεδο των Ελλήνων. Το ότι με την ανέχεια ανέβηκε η Χ.Α. Τι να πει κανείς... Απ' την άλλη, θαυμάζω τις ιδιωτικές πρωτοβουλίες, τους ανθρώπους που έχουν οργανωθεί, τις συλλογικότητες, τα συσσίτια. Χαίρομαι με όλα αυτά τα ποδήλατα στην Αθήνα. Δεν βλέπω μόνο τη μαυρίλα».

- Το σινεμά του Γιάννη Οικονομίδη είναι πολύ διαφορετικό από το ελληνικό σινεμά που έχουν μάθει να αγαπούν οι ξένοι. Πιστεύετε πως αυτός ήταν ο λόγος που δεν βραβεύτηκε;

«Δεν είμαι σίγουρη γι' αυτό. Σίγουρα αισθάνθηκα πως κάποιοι δεν μπόρεσαν να επικοινωνήσουν με την ιδιαίτερη γλώσσα του Γιάννη. Αλλά, πράγματι, δεν καταλαβαίνω καθόλου όλον αυτόν τον ντόρο με το λεγόμενο greek weird cinema. Είναι εντυπωσιακό το πώς βιαζόμαστε να κατατάξουμε τις ταινίες. Εγώ δεν βλέπω κανένα ρεύμα. Μα τι σχέση έχει η Ψύκου με τον Λάνθιμο; Μόνο νέους σκηνοθέτες με όρεξη, ταλέντο, αισθητική και τόλμη βλέπω. Φτάσανε να πούνε πως η "ψυχρότητα" του ελληνικού σινεμά θυμίζει τους Σκανδιναβούς».

- Στη συνέντευξη Τύπου της ταινίας του, ο Γ. Οικονομίδης παραδέχτηκε πως μια μέρα σάς στενοχώρησε -μέχρι που σας κυνηγούσε στη σκάλα να μη φύγετε! Το έχετε πει και στο παρελθόν, άλλωστε, πως είναι ένας σκηνοθέτης που σε φέρνει στα όριά σου...

«Είμαστε πολύ φίλοι πια με τον Γιάννη. Ναι, με είχε στριμώξει. Ηταν στο "Μαχαιροβγάλτη", την πρώτη ταινία στην οποία είχα τόσο σημαντικό ρόλο. Ηταν η ταινία-αρχή για μένα. Είχα και μια συστολή τότε. Η αλήθεια είναι πως πάντα την έχω -μπαίνω σε κάθε δουλειά σαν να ξεκινάω από την αρχή, σαν άγραφο χαρτί... Τέλος πάντων, μου ζητούσε κάποια πράγματα που εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να τα βγάλω. Και μου είπε κάτι που δεν ήταν προσβλητικό, αλλά με άγγιξε βαθιά. Εβαλα τα κλάματα, βγήκα έξω κι εκείνος με κυνηγούσε στις σκάλες. Και πάντα μου λέει από τότε: "Ξέρω εγώ, θα έφευγες τότε. Εγώ σε κράτησα". Κι εγώ πάντα του λέω "Δεν κατάλαβες καλά. Δεν υπήρχε περίπτωση να φύγω!"».

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Βραβεία/Απονομές
Φεστιβάλ
Συνεντεύξεις
Ηθοποιοί