Έντυπη Έκδοση

Τέχνη με χορηγούς... τους γονείς τους

Το πανόραμα της κρίσης στην τέχνη παρουσιάζεται στο ντοκιμαντέρ της Κατερίνας Πατρώνη

Οσο ο Παρθενώνας προβάλλει «σκονισμένος» στο φόντο ενός εργοταξίου, μια ανδρική φωνή μιλάει για «προδομένα όνειρα». «Για τη γενιά τη δική μου, τη γενιά των 35άρηδων.

Η «Αντιγόνη», στην pocket εκδοχή του Εθνικού Θεάτρου, βγήκε στο δημόσιο χώρο. Εδώ στην πλατεία Θεάτρου Η «Αντιγόνη», στην pocket εκδοχή του Εθνικού Θεάτρου, βγήκε στο δημόσιο χώρο. Εδώ στην πλατεία Θεάτρου Είναι σαν να ήρθε κάποιος και να της πήρε τα όνειρα», λέει ο ηθοποιός Βασίλης Μπισμπίκης. Δεν επιλέχθηκε τυχαία να είναι αυτή η πρώτη φράση στο ντοκιμαντέρ «Η κρίση της τέχνης, η περίπτωση του θεάτρου», που σκηνοθέτησε η Κατερίνα Πατρώνη (η έρευνα, το σενάριο και η παραγωγή είναι της Ιλιας Παπασπύρου, στην οποία ανήκει και η πατρότητα του φιλμ).

Πρόθεση της ταινίας ήταν από την πρώτη στιγμή να πιάσει το σφυγμό της εγχώριας θεατρικής κίνησης, όταν η κρίση κατάπινε πλέον τα πάντα και οι επιχορηγήσεις είχαν σιωπηρώς τερματιστεί. Και το σημαντικότερο: χωρίς εξωραϊσμούς ή γενικεύσεις. Με νηφαλιότητα έχει καταγραφεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα όσων συνέβησαν από το 2011 επί σκηνής αλλά και στις παρυφές της -από την κατάληψη στο Εμπρός το '11, μέχρι την έξοδο του Εθνικού Θεάτρου στο δημόσιο χώρο με την «Αντιγόνη». Ευκαιρία για όσους βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη να το παρακολουθήσουν απόψε, στο πλαίσιο του 16ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ (Αίθουσα Τόνια Μαρκετάκη, στις 10.30 μ.μ.).

«Αν είχαμε λεφτά μπορεί να είχαμε λιγότερη φαντασία», προσθέτει ο Β. Μπισμπίκης. Κάτι στο οποίο συμπίπτει απολύτως ο Ολιβιέ Πι, καθισμένος στο μπαρ του Εθνικού Θεάτρου, την εποχή που έκανε τις πρόβες για το ανέβασμα του έργου του Γ. Μαυριτσάκη «Vitrioli». Η κρίση, αποκαλύπτει ο πολιτικοποιημένος Γάλλος θεατράνθρωπος και διευθυντής (από φέτος) του Φεστιβάλ της Αβινιόν, ήταν ένα επιπλέον κίνητρο για την άφιξή του στη χώρα μας. Και δεν διστάζει να αποκαλέσει την τέχνη «μηχανή για να βγούμε από την κρίση». «Τελικά δεν χρειάζονται πολλά για να κάνεις θέατρο», τονίζει, αναφερόμενος στη ζωντάνια των καλλιτεχνικών δυνάμεων που ανακάλυψε στη χώρα μας. Οσο μιλά, το παράθυρο που έχει πίσω του με θέα την πλατεία του Αγ. Κωνσταντίνου γίνεται το κάδρο της ελληνικής εξαθλίωσης. Ανθρωποι και σκουπίδια!

Ακόμη και σκουπίδια ανακύκλωσε, επειδή δεν άντεχε, όπως λέει, να πληρώνει 8.000 ευρώ το μήνα σε ενοίκια σκηνών ο Β. Μπισμπίκης για να δημιουργήσει το δικό του χώρο, το Cartel. Μια δυναμική, ρεαλιστική απάντηση στην κρίση και στην εκμετάλλευση που θέριεψε επί κρίσης στο χώρο. Εκανε πράξη το όνειρο κι αυτό που, λίγα πλάνα μετά, υποστηρίζει ο επίσης παθών Γιάννης Καλαβριανός (ομάδα Sforaris): «Πλέον περάσαμε σε επόμενο στάδιο. Γιατί έχουμε την τάση να γκρινιάζουμε. Δεν μπορώ να περιμένω χρόνια με ένα φάκελο έξω από ένα γραφείο. Πρέπει κάτι να κάνω (...) ».

Το ντοκιμαντέρ δεν αποτυπώνει μόνο τις μεθόδους αντιμετώπισης της κρίσης και την επινοητικότητα των ανθρώπων της θεατρικής τέχνης για να δημιουργούν ακαταπόνητοι μέσα σε αυτή - όπως η κατάληψη στο Εμπρός από την Κίνηση Μαβίλη, για την οποία μιλά η Γεωργία Μαυραγάνη, ή η ίδρυση του Baumstrasse από τη Μάρθα Φριτζήλα που από το '99 είχε μπει στον αστερισμό της ανταλλακτικής οικονομίας και του εθελοντισμού. Κανείς στην ομάδα δεν πληρώνεται, μοιράζονται όσα θα εισπραχθούν. Κάτι που κάνει και ο Καλαβριανός με τους Sforaris: «Ξεκινάμε χωρίς αμοιβή». Για να γίνει η αρχή «ζητάμε από τους γονείς μας ένα χιλιάρικο»!

Το κέρδος για το θεατή της ταινίας, ιδίως δε αν πρόκειται για ξένο, είναι ότι παρουσιάζει και αποσπάσματα από τις παραστάσεις που έδωσαν τον τόνο στην εγχώρια σκηνή («Τηλέμαχος-Should Ι stay or should Ι go» των Αζά και Τσινικόρη, «Γιοι και Κόρες» του Καλαβριανού κ.ά.), απαντώντας στη συγκυρία, μιλώντας για την κρίση και τη γενεαλογία της (όπως το «Memorandum» της χορογράφου Τζένης Αργυρίου), τις αγωνίες των καλλιτεχνών και τη δυναμική επιστροφή στην κλασική γραμματεία -σωσίβιο και μέσο για να μιλήσεις για το παρόν, όπως εξηγεί ο Στάθης Λιβαθινός, που κατέφυγε στην «Ιλιάδα».

«Δεν ζω μέσα στο θέατρο, περνώ από τους δρόμους για να μπω στο θέατρο. Και πυρκαγιά να είχε συμβεί λιγότερο θα μας είχε επηρεάσει από αυτό που συμβαίνει σήμερα. Δεν γίνεται να μην τα κουβαλήσεις όλα αυτά και στις πρόβες. Αλίμονο αν της κλείσουμε την πόρτα», παρατηρεί ο σκηνοθέτης, σε διάλειμμα από τις δοκιμές του ομηρικού έπους.

«Μπορεί κάποτε να λέμε "τότε που καταστράφηκαν όλα και μπήκαν υπουργοί στη φυλακή αλλά εμείς συνεχίζαμε να ζούμε". Μπορεί να λέμε μετά από χρόνια "η Ελλάδα χρεοκοπούσε κι εμείς πηγαίναμε σινεμά". Ετυχε και μείναμε (σ.σ.στο θέατρο). Κάποιοι άλλαξαν δουλειά και μετανάστευσαν. Το ότι μείναμε είναι η εξαίρεση του κανόνα», συνοψίζει ο Καλαβριανός.

Υπάρχει και η «άλλη» μεριά. Των θεατών που κατέκλυσαν τις σκηνές μας, ενώ οι καιροί είχαν στενέψει.Τι λένε; Χαρακτηρίζουν το θέατρο «καταφύγιο» και «τρόπο αντίστασης». Και παραδέχονται ότι απ' τη στιγμή που άρχισε η κρίση έχουν την ανάγκη να καταφεύγουν συχνότερα σ' αυτό.

Μια ένσταση έχουμε μονάχα: η χαρτογράφηση αφήνει απέξω τις μικρές άστεγες, περιπλανώμενες ομάδες και την απλήρωτη ή κακοπληρωμένη εργασία -στην περίπτωση που δεν προσφέρεται εκουσίως εθελοντικά-, που είναι και η μάστιγα του κλάδου.

Το συμπέρασμα της ταινίας δεν είναι μόνο το ότι υπάρχουν σημαντικές δυνάμεις στη χώρα που ανανεώνουν τη θεατρική τέχνη (είναι σοκαριστική η αντίδραση μιας Γαλλίδας, βλέποντας το φιλμ την Τετάρτη στη Θεσσαλονίκη: «Δεν ήξερα ότι έχετε σύγχρονη τέχνη»!). Το «μήνυμα» είναι ότι η «μηχανή» κινείται από το πείσμα και το μεράκι των ανθρώπων, που επιλέγουν συνειδητά να λειτουργούν στο πλαίσιο συλλογικοτήτων. Οπως κινήθηκε και η «μηχανή» των γυρισμάτων του ντοκιμαντέρ, όπως λέει, χωρίς να γκρινιάζει, η Ιλια Παπασπύρου. «Εγινε με μηδέν χρηματοδότηση, χάρη στο πείσμα μας. Είμαστε όλοι μας απλήρωτοι».

Θα ήταν παράλειψη αν δεν επισημαίναμε το εξαιρετικό μοντάζ του Θανάση Ντόβα.

Τα σχόλια έχουν κλείσει για αυτό το άρθρο

Κανένα σχόλιο

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας 0

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Τέχνες & Πολιτισμός
Με λέξεις-κλειδιά
Ντοκιμαντέρ
Παραστάσεις
Θέατρο