Έντυπη Έκδοση

Η αμηχανία των αρχών

Οσο άνετα ένιωσε η κυβέρνηση μετά την ανακοίνωση της Εκθεσης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τόσο στριμώχτηκε με τις δυο άλλες Εκθέσεις, της Γκέι Μακντούγκαλ του ΟΗΕ και του Τόμας Χάμαρμπεργκ του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Η υπουργός Εξωτερικών ενώ ακούει τον εκπρόσωπο τύπου του υπουργείου της Γιώργο Κουμουτσάκο. Η υπουργός Εξωτερικών ενώ ακούει τον εκπρόσωπο τύπου του υπουργείου της Γιώργο Κουμουτσάκο. Χαρακτηριστική η απάντηση που έδωσε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Γ. Κουμουτσάκος σχετικά με την Εκθεση της Ανεξάρτητης Εμπειρογνώμονος του ΟΗΕ για θέματα μειονοτήτων: «Η Ελλάδα πρόκειται να παρουσιάσει αναλυτικά τις θέσεις της στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη Γενεύη. Οι θέσεις μας είναι κρυστάλλινες και εδράζονται στον απόλυτο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αρχή που ισχύει και για τις μειονότητες, και συνιστά επίτευγμα της σύγχρονης Ελληνικής Δημοκρατίας».

*Στη συνέχεια επιτίθεται απερίφραστα στην κυρία Μακντούγκαλ: «[Οι μηχανισμοί προστασίας] δεν πρέπει να μετατρέπονται, άμεσα ή έμμεσα, σε ευκαιρία ή άλλοθι για ορισμένους, που συνειδητά επιχειρούν να τους εκμεταλλευθούν για την προώθηση δικών τους σκοπιμοτήτων στο επίπεδο των διακρατικών σχέσεων. Επίσης, δεν πρέπει να καθίστανται εργαλείο στα χέρια εκείνων που για ιδιοτελείς σκοπούς επιδιώκουν την καλλιέργεια διχόνοιας και κλίματος εντάσεων στο εσωτερικό μιας κοινωνίας».

Τελικά, την Τρίτη η κυρία Μακντούγκαλ ήταν άρρωστη και η σχετική συζήτηση στη Γενεύη αναβλήθηκε. Αλλά τα ελληνικά επιχειρήματα περιλαμβάνονται ως επίσημες απαντήσεις στην Εκθεση Χάμαρμπεργκ. Συνοψίζονται στην επιμονή ότι όλα τα έχει λύσει η Συνθήκη της Λοζάνης και ότι εν πάση περιπτώσει η Ελλάδα αποδέχεται τον ατομικό αυτοπροσδιορισμό.

*«Πρέπει να σημειωθεί», αναφέρει η ελληνική απάντηση, «ότι στην Ελλάδα, κάθε άτομο που ισχυρίζεται ότι ανήκει σε μια διακριτή εθνοτική ή πολιτισμική ομάδα είναι ελεύθερο να το κάνει, χωρίς φόβο για οποιεσδήποτε αρνητικές συνέπειες». Η σοβαρότητα αυτής της διαβεβαίωσης είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Γνωρίζουμε τι συμβαίνει κάθε φορά που κάποιο άτομο στη Θράκη δηλώνει «Τούρκος» ή στη Δυτική Μακεδονία «Μακεδόνας».

Οσο για το δικαίωμα των μελών μειονοτικών ομάδων να συστήνουν σωματεία με τις ονομασίες «τουρκικός» - «μακεδονικός», η κυβέρνηση είναι αναγκασμένη να παραδεχτεί το πρόβλημα, αλλά «προκειμένου να διαλύσει κάθε παρεξήγηση, πρέπει να σημειωθεί ότι στη Θράκη έχει καταχωρηθεί από τα δικαστήρια μεγάλος αριθμός ενώσεων της μουσουλμανικής μειονότητας», όσο για τις προσφυγές των απαγορευμένων ενώσεων που δικαιώθηκαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Σρασβούργου «είναι μόνο τρεις» (!). Και τι απαντά το ελληνικό κράτος στις αιτιάσεις ότι δεν εφαρμόζει αυτές τις αποφάσεις; «Η κυβέρνηση μελετά τρόπους και μέσα για την εφαρμογή των αποφάσεων του Δικαστηρίου». Μια έμμεση παραδοχή ότι αρνείται να αποδεχτεί τις αποφάσεις που επιβάλλουν την έγκριση των σωματείων με τις ονομασίες «τουρκικός» ή «μακεδονικός».

*Καθόλου πειστικά δεν είναι και τα επιχειρήματα της κυβέρνησης σχετικά με την ελευθερία που υποτίθεται ότι απολαμβάνουν οι «ντόπιοι» Μακεδόνες: «Παραδοσιακές γιορτές και πολιτιστικά δρώμενα οργανώνονται τακτικά στην περιοχή της Φλώρινας και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κουλτούρας του τοπικού πληθυσμού. Αυτές οι εκδηλώσεις και τα δρώμενα αφορούν και μια μικρή ομάδα Ελλήνων πολιτών, οι οποίοι μιλούν μια σλαβική διάλεκτο και κατοικούν στην περιοχή». Λες και δεν ζήσαμε όλοι το περσινό καλοκαίρι τη μαζική ψύχωση με το πανηγύρι της Μελίτης.

*Αλλά εκεί που η ελληνική κυβέρνηση δείχνει ότι έχει χάσει κάθε σοβαρό επιχείρημα είναι όταν επικαλείται την απόφαση Gorzelik κατά Πολωνίας (44158/98) του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, για να πει ότι «καμιά σύσταση των οργάνων του ΟΗΕ και κατά μείζονα λόγο άλλου εποπτικού μηχανισμού στον τομέα προστασίας των δικαιωμάτων ατόμων που ισχυρίζονται ότι ανήκουν σε μια "μειονότητα" δεν μπορεί να προσδιορίσει την ύπαρξη μειονοτικής ομάδας ή να επιβάλλει στα κράτη την υποχρέωση να αναγνωρίσουν επίσημα μια ομάδα ως "μειονότητα"».

*Ομως, αυτή η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου λέει κάτι εντελώς διαφορετικό: «Η επιλογή της μορφής που θα πάρει η αναγνώριση [μιας εθνικής ή εθνοτικής μειονότητας] και αν θα πραγματοποιηθεί με την εφαρμογή διεθνών συνθηκών, διμερών συμφωνιών ή με ενσωμάτωση στο Σύνταγμα ή σε ειδικό νομικό καθεστώς, πρέπει να αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του κράτους». Το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν αφήνει περιθώρια παρά μόνο για τον τρόπο αναγνώρισης. Οχι για το αν θα αναγνωριστεί μια μειονότητα που εντοπίζεται από τους διεθνείς οργανισμούς.

Αποστολή με Email Εκτύπωση σελίδας

Διαβάστε επίσης

Στην κατηγορία
Ελλάδα
Στη στήλη
Ιός Κυριακής
Κύριο θέμα
Μηδέν στο «μάθημα» της Εκθεσης