 Ο Γκας Βαν Σαντ ανάμεσα στους νεαρούς άγνωστους πρωταγωνιστές του κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων. |
Σκηνοθέτης, συγγραφέας αλλά και μουσικός, ο Γκας Βαν Σαντ, στη διάρκεια της κινηματογραφικής του καριέρας, ασχολήθηκε με ιστορίες και θέματα όλων των ειδών. Φτάνει να θυμηθούμε μερικούς τίτλους: «Drugstore Cowboy», «Το δικό μου Αϊντάχο», «Ετοιμη για όλα», «Ο ξεχωριστός Γουίλ Χάντινγκ», «Ψυχώ», «Ανακαλύπτοντας τον Φόρεστερ», «Τζέρι», «Elephant» (Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ Κανών, 2003) και «Οι τελευταίες μέρες».
Στην πρόσφατη ταινία του «Paranoid Park», που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Βαν Σαντ, με βάση το βιβλίο του Μπλέικ Νέλσον, έχουμε τα υπαρξιακά προβλήματα ενός έφηβου στη σύγχρονη Αμερική, ο οποίος, έχοντας τυχαία προκαλέσει το θάνατο ενός φύλακα σιδηροδρόμων, δεν ξέρει σε ποιον να αποκαλύψει την αλήθεια. Οπως και στο «Elephant», ο Βαν Σαντ εναλλάσσει το παρόν με διάφορα φλας-μπακ, για να αφηγηθεί την ιστορία του, χρησιμοποιώντας άγνωστους ηθοποιούς και φιλμ άλλοτε Super 8, άλλοτε 35mm, για να καταγράψει τις αντιδράσεις, τους φόβους και γενικά την ψυχολογία του νεαρού του ήρωα, φανατικού τού skateboarding, μετατρέποντας το «Πάρκο της Παράνοιας» σε σύμβολο μιας σκοτεινής, απρόβλεπτης, γεμάτης προσωπικά και κοινωνικά αδιέξοδα Αμερικής.
Συναντήσαμε πρόσφατα τον 55χρονο σκηνοθέτη, που μας μίλησε για την ταινία του και την κατάσταση στη σύγχρονη Αμερική.
- Κάνετε σκέιτμπορντ;
«Εκανα όταν ήμουν παιδί, στα 12-13 μου. Ηταν ένα είδος πειθαρχίας και το παίζαμε στη γενέτειρά μου, στο Πόρτλαντ. Γι'αυτό και το έβαλα και στην ταινία. Οταν ξεκινήσαμε, δεν ξέραμε ακριβώς τι θα γυρίζαμε. Ετσι κι αλλιώς, η κάθε φορά που αρχίζεις μια ταινία είναι διαφορετική. Βγαίνει από την ιστορία, από τους χώρους».
- Παρ' όλο που η ταινία σας δεν μοιάζει με το «Elephant», έχετε κι εδώ ένα θάνατο. Ο θάνατος είναι κάτι που σας απασχολεί;
«Εδώ υπάρχει μόνο στην αρχή, δεν είναι το θέμα. Ηταν μια δικαιολογία για να ξεκινήσει η ιστορία. Ο μυθιστοριογράφος είχε φανταστεί ένα ατύχημα με θάνατο. Είναι, στην πραγματικότητα, μια συμβατική ιστορία. Ο θάνατος δεν είναι κάτι που απασχολεί μόνο τους Αμερικανούς. Ολοι μας τον σκεφτόμαστε. Αλλά και η βία αποτελεί αναπόσπαστο πια τμήμα της ζωής μας. Τη βλέπουμε και τη ζούμε καθημερινά. Στην τηλεόραση, στους πολέμους που εμπλεκόμαστε, στα σπίτια μας, στα σχολεία μας...».
- Πώς είδατε την τελευταία σφαγή που έγινε σε σχολείο στην Αμερική;
«Είναι κάτι το τραγικό. Πάντα υπήρχαν σφαγές στην ιστορία μας. Η ταινία μου ήταν η δική μου αντίδραση σ' αυτά που παρουσίαζε ο τύπος. Επειδή τα μίντια είχαν καλύψει τόσο πολύ τη σφαγή στο κολέγιο Κόλουμπαϊν. Σκέφτηκα πως ο κινηματογράφος δεν το είχε καλύψει δραματουργικά. Και οι δημοσιογράφοι συχνά το καπηλεύονται. Η δημοσιογραφία τελικά μεταδίδει μια είδηση, ενώ ο κινηματογράφος αφηγείται μια ιστορία».
-Γιατί γυρίσατε ορισμένες σκηνές, αυτές στο πάρκο, σε σούπερ-8;
«Γιατί τα παιδιά που κάνουν σκέιτμπορντ έτσι απαθανατίζουν τις επιδόσεις τους».
- Δηλαδή το πάρκο αυτό υπάρχει;
«Ναι, αν και στην πραγματικότητα λέγεται Μπέρνσαϊντ Παρκ. Είναι πολύ γνωστό».
- Εσείς το ονομάσατε Παρανόιντ Παρκ;
«Οχι, ο συγγραφέας του βιβλίου. Το πραγματικό Παρανόιντ Παρκ βρίσκεται αλλού».
- Κάνατε αλλαγές στο βιβλίο;
«Βασικά όχι. Απλά στο μοντάζ, για λόγους δραματουργικούς, αλλάξαμε τη διάταξη των σκηνών. Το βιβλίο είναι πολύ γραμμικό στην αφήγηση».
-Γιατί επιλέξατε αυτό τον τρόπο αφήγησης;
«Γιατί με το να παρουσιάσεις τα γεγονότα παράλληλα προκαλείς το σασπένς, που δεν υπήρχε στο βιβλίο. Αφαιρέσαμε πολλά πράγματα από την ιστορία και την αντιμετωπίσαμε με διαφορετικό τρόπο. Η ταινία το ζητούσε αυτό. Γυρίζοντας, θελήσαμε να δώσουμε και κάτι από την αμεσότητα των καταστάσεων. Γι' αυτό μερικές φορές δεν κοιτούσαμε μέσα από το φακό. Βασιστήκαμε στο τυχαίο. Τελικά, ξέρετε, η τυχαία ποιότητα έχει κάτι το ξεχωριστό. Αυτό είναι που λένε shooting from the hip (κινηματογραφώντας από το γοφό) - αλλά έτσι είσαι πιο ακριβής».
- Με τη μουσική πάντα είστε πολύ σχολαστικός. Τη σκέφτεστε από την αρχή;
«Ναι, από τότε που γράφω το σενάριο. Βασικά ήταν μουσική του Ιθαν Ρόουζ. Τα άλλα κομμάτια ήταν από δίσκους που είχα. Εχει και Νίνο Ρότα και κλασική μουσική, Μπετόβεν».
Γαλήνη και απειλή
- Πόσους δίσκους έχετε;
«Πάρα πολλούς. Αρκετούς απ' αυτούς τους απέκτησα όταν ένα βράδυ μου ζήτησαν να κάνω, για διαφημιστικούς σκοπούς, τον ντι-τζέι σ' ένα κλαμπ. Και έφερα στο σπίτι αρκετούς. Απ' αυτούς διάλεξα και για την ταινία. Για τον Ιθαν Ρόουζ είχα διαβάσει πως είναι από το Πόρτλαντ και άκουσα τη μουσική του και μου άρεσε. Ηθελα να δώσω μια ατμόσφαιρα του Πόρτλαντ. Είναι εύκολη πόλη και δεν είναι ακριβή όπως το Σιάτλ, γι' αυτό και τελευταία τραβάει τους μουσικούς. Πολλούς σε ροκ μπάντες».
- Πώς επιλέξατε τους νεαρούς, άγνωστους ηθοποιούς σας;
«Για τους νεαρούς, ξεκινήσαμε με 2.000 άτομα που ήρθαν σε οντισιόν και σταδιακά τους περιορίσαμε στον αριθμό που παίζουν στην ταινία. Ηταν όλοι μη επαγγελματίες. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσοι υπάρχουν και εμφανίζονται όταν έχεις ανοιχτή οντισιόν. Στην ταινία είχαμε βέβαια και επαγγελματίες. Η επιλογή τους όμως έγινε διαφορετικά».
- Πώς βλέπετε τον κόσμο των τινέιτζερ;
«Είναι το μέλλον. Δεν ξέρουν τι θα συμβεί. Ετσι λειτουργεί η φύση. Αλλά σ' ένα μελλοντικό κόσμο, όπου ίσως θα έχουμε πλημμύρες και καταστροφές, εμείς οι παλιότεροι θα έχουμε εξαλειφθεί και θα παραμείνουν οι νέοι για να συνεχίσουν. Μπορεί ο νέος κόσμος που θ' ακολουθήσει να είναι βάρβαρος, αλλά θα είναι ένας νέος κόσμος. Ολα προχωρούν, σύμφωνα με τους κανόνες της φύσης, αλλά προς τα πού, δεν μπορούμε να πούμε».
- Ακριβώς στην ταινία σας υπάρχει μια γαλήνη, αν και κάπου στο βάθος υπάρχει και κάποια απειλή...
«Είναι όπως το σκέιτμπορντ, όπως ένα παιχνίδι, όπως τα παιχνίδια στην αρχαία Ελλάδα, που συναγωνίζεσαι με τους φίλους σου. Είναι τμήμα του κόσμου τους και είναι γαλήνιο».
- Επιμένω όμως και στο στοιχείο της απειλής που υπάρχει στα χρώματα μερικές φορές, καθώς και στο ρυθμό του μοντάζ...
«Ναι, ιδιαίτερα μέσα από τον ένα χαρακτήρα, αυτόν που μας λέει πως πάει σε άλλους χώρους».
- Τώρα φαίνεστε πιο ήρεμος από την εποχή που γύρισες τον «Υπέροχο Γουίλ Χάντινγκ»...
«Μα και τότε ήμουν ήρεμος. Τώρα απλώς έχω αποκτήσει μεγαλύτερη εμπειρία».